Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απόπειρα δοκιμιακού λόγου Γιάννη Αναστασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απόπειρα δοκιμιακού λόγου Γιάννη Αναστασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19 Νοε 2013

Οι φθόγγοι ως σύμβολα στην (ελληνική) γλώσσα


Γνώμη πολλών φιλολόγων είναι ότι ο αριθμός των λέξεων που η άρθρωσή τους, ο ήχος τους, έχει άμεση σχέση με το περιεχόμενό τους, την έννοια δηλαδή της λέξης, είναι ελάχιστες, κάπου δέκα. Είναι λέξεις όπως το γάβγισμα και το νιαούρισμα όπου σε αυτήν την περίπτωση η κραυγή κάποιου ζώου μεταφέρεται αυτούσια στο σχηματισμό της λέξης, ‘γαβ’ στο γάβγισμα ‘νιάου’ στο νιαούρισμα. Στο τεράστιο όγκο όμως των υπολοίπων λέξεων δεν μπορεί να παρατηρηθεί μια σχέση ανάμεσα στο άκουσμα των φθόγγων και την έννοια της λέξης. Και η αλήθεια είναι αν μπορούμε να παρατηρήσουμε κάποια σχέση αυτή δεν είναι τόσο προφανής. Και υπάρχουν περιπτώσεις όπου τίποτε δε μας υποδεικνύει τον μίτο εκείνο που θα συνέδεε ηχητικό σχήμα και περιεχόμενο.  Μια μικρή περιήγηση στον κόσμο των θαυμάτων της γλώσσας (στην προκειμένη περίπτωση της ελληνικής), μας έπεισε ότι μια πλειάδα φθόγγων ή συνδυασμού φθόγγων αντιστοιχεί σε ένα  περιεχόμενο με συγκεκριμένα και σε πολλές περιπτώσεις αναγνωρίσιμα στοιχεία. Στη συνέχεια θα εξετάσουμε κάποια τέτοια παραδείγματα με τη σαφή υπόνοια ότι μια ενδελεχή έρευνα θα ξεσκέπαζε ακόμη και τις λιγότερο προφανείς αντιστοιχίες, ερμηνεύοντας αυτό το αρχιτεκτονικό οικοδόμημα της γλώσσας από  ακουστική άποψη. Μια τέτοια αντίληψη κάνει αμέσως προφανές ότι οι φθόγγοι και κατ’ επέκταση οι λέξεις δεν είναι απλά σημεία, κάποιες τυχαίες συναρτήσεις ήχων με σημασίες, αλλά σύμβολα με βαθιά οργανική σχέση με το νόημά τους.

Ας εξετάσουμε το σύμπλεγμα ‘χθ’ στις λέξεις μόχθος, άχθος χθόνιος, μοχθηρός.

Αυτή η στοίχηση του ουρανικού ‘χ’ με το οδοντικό ΄θ’ ηχεί δύσκολα και δύσκαμπτα και οι έννοιες των λέξεων που σκελετώνει φανερώνουν και εννοιολογικά αυτή την δυσκολία.

Το σύμπλεγμα ‘φθ’ στις λέξεις φθίση, φθάνω, φθορά, φθόνος έχει την ίδια κακόηχη αντιστοίχηση με προφανή σχέση με το νόημα της φθοράς (το φθάνω νοείται ως φθορά, ελάττωση της απόστασης).

Ακόμη πιο τρανταχτό είναι το παράδειγμα του συμπλέγματος ‘πλ’. Το συναντάμε στις λέξεις πλήθος, πλούτος, πλησμονή, πλάτος, πλεύση, πλέον, πλάθω, όλες λέξεις με μια γενναιόδωρη εννόηση από μέρους μας, μια ανοιχτοχέρα φθογγική συναστρία, που μαρτυρά την άνεση, την ευρυχωρία, την αφθονία.

Το ‘γγ’ το συναντάμε στις λέξεις πουγγί, σφίγγω, αγγείο, μουγγός, αγγίζω, μηνίγγια, εγγύς. Μαρτυρά συνήθως μια σύσφιξη, ή μια ένταση κατά την επαφή. Με μια σύσφιξη του λαιμού το προφέρουμε άλλωστε.

Το ‘στρ’ δείχνει στροφή, συστροφή: στρίβω, στροφή, στρόβιλος, στραβός, στρώνω, στριμμένος.

Το ‘δρ’ δείχνει κάτι αδρό, δυνατό, απτό, όπως στις παρακάτω λέξεις: δρω, δράττω, δρομέας, δρέπω, δρυς, δράκος, αδρό, ιδρώνω, δριμύς.

 Το ‘γχ’ στο άγχος και στην αγχόνη δείχνουν την αίσθηση του πνιγμού.

Έχω παρατηρήσει επίσης ότι τα σύμφωνα ‘θ’, ‘ν’, και ίσως το ‘μ’ είναι πολύ σημαντικά γιατί τα βρίσκουμε σε λέξεις με μεγάλη σημασία.

Αυτά είναι μόνο λίγα παραδείγματα που δείχνουν ότι υπάρχει μια αχανής χώρα που περιμένει να χαρτογραφηθεί, και που οι δρόμοι της δεν είναι τις περισσότερες φορές καθόλου εύκολοι  στην πρόσβαση.

2 Νοε 2012

Οι ιδέες, η ζωή, ο Σωκράτης και η ...κληρονομικότητα.

Νομίζω ότι οι περισσότεροι έχουμε λίγο πολύ μια ιδέα για το πώς θα μπορούσε ή θα έπρεπε να ‘ναι ο κόσμος. Ένας κόσμος δηλαδή πιο δίκαιος ελεύθερος και ανθρώπινος, που θα ευνοεί την ανάπτυξη του πολιτισμού, της δημιουργικότητας και του ήθους. Και πιστεύω  ότι στα βασικά μάλλον δε θα διαφωνήσουμε. Ίσως γιατί είναι προφανή, αν αυτά που ζητάμε αφορούν το κοινό καλό. Ίσως να διαφωνήσουμε ως προς τον τρόπο, που η ανθρώπινη κοινωνία θα μπορούσε να οδεύσει προς τα κει, έστω και κάνοντας ένα μικρό βήμα. Εκεί όμως που θέλω να σταθώ είναι στο κατ’ αρχήν αυτονόητο. Το κακό (όπως και να το αποκαλεί κανείς: εκμετάλλευση, αλλοτρίωση, ανελευθερία, άγνοια ή απαιδευσία) πάντα υπήρχε στις ανθρώπινες κοινωνίες αν και όχι ίσως στον ίδιο βαθμό ή με τον ίδιο τρόπο. Και ακόμη κι αν προσβλέπει κάποιος στην έλευση μιας ουτοπίας, είναι βέβαιο τουλάχιστον ότι αυτό δε πρόκειται να συμβεί σύντομα. Έτσι το να μιλάμε για την παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας ή της παγκόσμιας κατάστασης και να προτείνουμε λύσεις, αν και όταν αυτό γίνεται με κάποια σοβαρότητα και εμβάθυνση έχει νόημα, δεν αρκεί.
Θα ήθελα να αναφερθώ στον πιο μεγάλο  Έλληνα φιλόσοφο και πιθανόν στον μεγαλύτερο φιλόσοφο όλων των εποχών, τον Σωκράτη. Ίσως δεν είναι ευρέως γνωστό ότι ο Σωκράτης ασκούσε αυστηρή κριτική στη Αθηναϊκή δημοκρατία και στους Αθηναίους, με την γνωστή του μάλιστα ειρωνεία. Ο λόγος δεν ήταν ότι θεωρούσε προτιμότερο ένα αριστοκρατικό πολίτευμα για την Αθήνα. Η κριτική του αφορούσε τον δήμο, την χαμηλή στάθμη της παιδείας των πολιτών και της εν γένει συμπεριφοράς τους, τη μετριότητά τους σα να λέμε. Φυσικά σε μια περίοδο παρακμής της Αθήνας, το καθεστώς ένιωσε ότι έπρεπε να αμυνθεί σε μια τέτοια κριτική, δεν είχε την πολυτέλεια της ανοχής δηλαδή που έδειξε στα προηγούμενα χρόνια, ίσως και να εκδικηθεί. Γνωρίζουμε όλοι την κατάληξη, την δίκη παρωδία του Σωκράτη, την απόφασή του να μη διαπραγματευτεί την ποινή με μια ελαφρύτερη (εξορία) και την άρνησή του να δραπετεύσει την τελευταία στιγμή από τη φυλακή. Και τον αναφέρω εδώ, παρά τους αρνητικούς συνειρμούς που έχουμε όλοι σχετικά απ’ τα διάφορα ηθικοπλαστικά των δασκάλων στο σχολείο, γιατί είναι ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της ενότητας της ζωής και του λόγου ενός ανθρώπου. Και απ’ όσο γνωρίζουμε και ο υπόλοιπος βίος του εναρμονίζεται με τη διδασκαλία του. Και μια λεπτομέρεια που μπορεί να μην είναι πολύ γνωστή: Πριν ακόμη εμπλακεί με τη φιλοσοφία και πριν την ενεργό παρουσία του στο δημόσιο βίο της πόλης, είχε πολεμήσει σε μια μάχη των Αθηναίων όπου με κίνδυνο της ζωής του έσωσε έναν τραυματισμένο στρατιώτη κουβαλώντας τον στους ώμους.
Αξίζει εδώ να αναφερθεί κάτι πραγματικά ενδιαφέρον που διασώζει ο Πλάτωνας στα κείμενά του. Κάποιος φυσιογνωμιστής, σ’ ένα από τα γνωστά συμπόσια που έκαναν τότε, προσπαθούσε να μαντέψει από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά καθενός από τους παραβρισκόμενους τον χαρακτήρα του. Τον Σωκράτη λοιπόν τον περιέγραψε σα φίλαυτο, ηδονοθήρα, δειλό κ.ο.κ  Έβαλαν όλοι τα γέλια αλλά ο Σωκράτης τους σταμάτησε παινεύοντας τον παραπάνω φυσιογνωμιστή. Οι φυσικές μου καταβολές αυτές ήταν είπε (οι εκ γενετής ας πούμε κληρονομικές τάσεις του χαρακτήρα μου), αλλά πάλεψα πολύ στη ζωή μου να τις μεταλλάξω. Δε γνωρίζω καμιά καλύτερη κριτική σε όλη αυτή την ανόητη φιλολογία που έχει ξεσπάσει στην εποχή μας σχετικά με το γενετικό καθορισμό.

2 Μαΐ 2012

ψυχιατρική βία 2


Εννοείται πως στο κείμενο που συντάξαμε πιο πάνω, και τιτλοφορείται ως  ‘ψυχιατρική βία’, καθόλου βέβαια δεν αναφερόμαστε στο σύνολο των περιπτώσεων των λειτουργών της ψυχικής υγείας. Επίσης δεν αναφερόμαστε εξ ορισμού ούτε καν στον ειδικότητα της ψυχιατρικής, ως μέριμνα και φροντίδα της ψυχικής υγείας. Αναφερόμαστε σαφώς στην αστοχία εκείνη που παρατηρείται συχνά, καθώς οι εντολοδόχοι της θεραπείας αναπαράγουν, μεταθέτουν ή διευρύνουν το πρόβλημα χωρίς να παρέχουν ίαση και χωρίς βέβαια να νομιμοποιούνται ηθικά σε πολλές περιπτώσεις για την βίαιη προσαγωγή ασθενών, αν και φυσικά υπάρχουν φορές που κάτι τέτοιο επιβάλλεται -σε βίαιες για παράδειγμα συμπεριφορές του ασθενούς προς τους άλλους. Υπαινισσόμαστε, ότι άσχετα με την ύπαρξη ή μη κάποιου ειδικού προβλήματος, το βαθμό και το είδος αυτού, και την διάγνωση του ως μια καταχωρημένη ή μη διαταραχή, η ίαση μπορεί  να προέλθει μόνο από ένα περιβάλλον που δεν θα έχει τα νοσηρά χαρακτηριστικά  εκείνου του περιβάλλοντος που το δημιούργησε. Διαφορετικά μοιάζει πράγματι, και είναι, φαύλος κύκλος. Ένας τέτοιος κύκλος σπάει στην πράξη μόνο από προσωπικότητες ή από κοινές προσπάθειες ατόμων, όπου ο ανθρωπισμός σαν στάση ζωής, ή αν προτιμάτε οι σχέσεις στοργής και ενδιαφέροντος προς τον πάσχοντα συνάνθρωπο, αποτελούν ένα μη συζητήσιμο δεδομένο. Σε τέτοιες περιπτώσεις γίνεται προσπάθεια για την κατανόηση του ανθρώπου που πάσχει, χωρίς να υπάρχει η ανάγκη για τον διαχωρισμό του από την υπόλοιπη κοινότητα, ως κάποιος ‘διαφορετικός’, ‘προβληματικός’, ‘αξιοπερίεργος’, ‘τρομαχτικός’ (όπως συχνά υπονοείται κάτω από την ετικέτα του ‘ασθενή’). Κάτι τέτοιο πηγάζει από την κατανόηση ότι οποιοσδήποτε άνθρωπος σε πολύ πιεστικές συνθήκες είναι δυνατόν να θιγεί και να ασθενήσει ψυχικά. Και από την γνώση ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο θεραπευτής κατά την συνάντησή του με τον ασθενή είναι κατ’ ουσίαν τα κοινά ανθρώπινα προβλήματα, μόνο που διαφέρουν ως προς τον βαθμό, την δυσκολία, και την όξυνσή τους την περίοδο που εξετάζεται και θεραπεύεται ο ασθενής. Δεν είναι δυνατόν να θεωρείται (και μάλιστα από τους λειτουργούς της ψυχικής υγείας) η ασθένεια ως κάτι μειωτικό για τον πάσχοντα. Συχνά η μη προσαρμογή ενός ανθρώπου στην αναλγησία κάποιων από τις κοινωνικές μας δομές και στην απανθρωπιά και την έλλειψη επικοινωνίας που τις χαρακτηρίζουν, είναι (και σύμφωνα με την γνώμη μεγάλων ψυχαναλυτών και ψυχιάτρων)  δείγμα υγείας (με την πραγματική, ‘πνευματική’ αν μπορούμε έτσι να πούμε, σημασία της λέξης). Με την έννοια δηλαδή ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος  δεν θέλησε να παραχωρήσει τα όποια στοιχεία ζωτικότητας και ευαισθησίας τον διακατέχουν στον Μολώχ της κοινωνικής ισοπέδωσης και ομοιομορφίας (και τελικά αποτελμάτωσης). Φυσικά η ασθένεια συνιστά  αποτυχία, αφού δείχνει, ότι ο εν προκειμένω άνθρωπος δεν βρήκε ένα κατάλληλο τρόπο ζωής, ενταγμένο κοινωνικά, που θα του επιτρέπει να διατηρεί και να εκφράζει δημιουργικά τα όποια προσωπικά του χαρίσματα και τις όποιες διαφορές του από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Έρχονται όμως συχνά να τον ‘κρίνουν’ και να τον … ‘θεραπεύσουν’ οι μετέχοντες ενεργά σ’ αυτήν την αναλγησία του κοινωνικού οικοδομήματος, οι πραγματικά (πνευματικά) αποτυχημένοι (φυσικά, το ξαναλέω, όχι πάντα). Και η ιατρική υπηρεσία, από υπηρεσία προς τον πάσχοντα συνάνθρωπο, καθίσταται τότε, ηθελημένα ή αθέλητα, ένα εργαλείο κοινωνικής απομόνωσης και τιμωρίας όσων δεν υπακούουν στα καθιερωμένα στερεότυπα, επιβραβεύοντας έτσι το νοσογόνο περιβάλλον το οποίο δημιούργησε τα προβλήματα, και την γνώριμη σε όλους μας περιρρέουσα βαναυσότητα, που δε μπορεί τελικά παρά να γεννά τη βία, την ασθένεια, και την αλλοτρίωση των ανθρώπων από τον εαυτό τους και από τους άλλους. Από τη στιγμή που μια τέτοια αντιμετώπιση θεσμοθετηθεί, δεν μπορεί, παρά να κρέμεται σα ‘δαμόκλειο σπάθη’ πάνω από όλη την κοινωνία, μιας και κάθε απολυταρχική εξουσία, θα έμπαινε στον πειρασμό να θέσει αυτό το καθεστώς για ‘ιδία χρήση’ κάτω από τους δικούς της σκοπούς. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να πάρει τρομαχτικές  διαστάσεις, όπως εκείνες που στο άρθρο που προηγήθηκε καταδεικνύω ενδεικτικά. Διαστάσεις  που δεν υπακούουν ούτε καν στην κοινή λογική ούτε και σε κανένα παγκόσμιο, φυσικό ή ηθικό, ανθρώπινο ή θείο, νόμο. Και που μόνο ο εκφυλισμός του ανθρώπου μπορεί αυθαίρετα να νομιμοποιεί μ’ αυτόν τον τρόπο κατά περίσταση. Και που αν δεν ήταν μια υποβόσκουσα απειλή για όλη την ανθρωπότητα, δε θα ήταν  αναγκαία παρά μια κοινωνική σάτιρα (λογοτεχνικής υφής), που μέσω τέτοιων ‘υπερβολών’ θα αναδείκνυε την (περιορισμένη στα ‘ήδη γνωστά’) κοινωνική μας παθογένεια.

3 Απρ 2012

Ψυχιατρική βία



Κάθε ορισμός του δέοντος γεννά τον πειρασμό της εξουσίασης του άλλου (λειτουργεί σα προκρούστεια κλίνη). Η ψυχολογία η οποία ερευνά ένα από τα πλέον σημαντικά ζητήματα, την εσωτερική κατάσταση της ψυχής μας, και επειδή μάλιστα προβαίνει σε αξιολογήσεις σχετικά μ’ αυτό, έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως και αυτή στο άρμα της εξουσίας και της καταστολής. Άνθρωποι ιδιοφυείς, εξαιρετικοί από πολλές απόψεις, οι ιδρυτές των σχολών ψυχολογίας, ψυχοθεραπείας (και ψυχιατρικής), δεν επέβαλλαν ποτέ τη ‘θεραπεία’ τους με τη βία (και ακόμη και ως προς τις διαγνώσεις και τις θεωρητικές τοποθετήσεις τους ήταν συχνά σεμνοί). Ο τελευταίος ‘γιατρουδάκος’ όμως που παίρνει σήμερα ειδίκευση σε ένα σύγχρονο πανεπιστήμιο ψυχιατρικής διατείνεται ότι γνωρίζει ‘ποιος είναι καλά’ και ‘ποιός όχι’, τι ‘ασθένεια’ έχει ο πάσχων, πώς και με ποια φάρμακα θεραπεύεται, πότε θα θεωρηθεί ότι ‘είναι θεραπευμένος’, για ποιο λόγο ασθένησε, και αν θα πρέπει κάθε φορά δια της βίας να νοσηλευθεί.

Ένα από τα φωτεινά εκείνα μυαλά που άνοιξαν ως πρωτοπόροι το δρόμο στην έρευνα της ψυχικής ζωής, ο Άντλερ, μαθητής του Φρόυντ, ο οποίος και κάποια στιγμή αποσχίστηκε από τον ‘πατέρα’ της ψυχολογίας κάνοντας τη δική του εισήγηση για την ερμηνεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς και ιδρύοντας έτσι τη σχολή της Ατομικής Ψυχολογίας είχε υποστηρίξει ανάμεσα στ’ άλλα και την εξής θέση: Η φυσιολογική κοινωνική προσαρμογή του ατόμου (αυτή  που θα ονομάζαμε υγιής) έχει πάντα να κάνει με την ετοιμότητα, την ικανότητα και την θέληση για συνεργασία του ατόμου με τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας. Αν αυτό δε συμβεί αντισταθμιστικά ο άνθρωπος κινείται προς την κατεύθυνση της επιβολής και της εξουσίασης των άλλων. Κατήγγειλε άμεσα και σαφώς ότι το κοινωνικό οικοδόμημα έχει στηριχθεί πάνω σ’ αυτήν την αντισταθμιστική και αντικοινωνική δίψα για δύναμη, και θεωρούσε ότι από κει πήγαζαν και τα δεινά της ανθρωπότητας.

Επιβεβαιώνοντας με ειρωνικό τρόπο τη θεωρία του Άντλερ, οι λειτουργοί της ψυχικής υγείας εντάχθηκαν γρήγορα στο γενικότερο μοντέλο της κοινωνικής βίας μεταφέροντας στα ψυχιατρεία και στα ιατρεία τους το ίδια στρεβλή αντίληψη της ‘αναγκαιότητας της κοινωνικής προσαρμογής’ (με οποιοδήποτε τίμημα), τον ορισμό της προσωπικότητας του άλλου και της υγείας ως ‘γνώστες’ και ‘αυθεντίες’ του ‘αντικειμένου’, τον ορισμό (και την παραχώρηση ή μη) του δικαιώματός του στην αυτοδιάθεση κ.ο.κ

Είναι εντυπωσιακή (και τρομαχτική πραγματικά) η ιστορία της ψυχιατρικής. Κάτω από τον δήθεν ‘επιστημονικό’ της μανδύα βρίσκονται μεγάλες δόσεις τσαρλατανισμού, σαδισμού και απανθρωπιάς. Δυστυχώς. Ακόμη και η νεώτερη φαρμακευτική πρόοδος στο τομέα αυτό, που κανονικά θα σήμαινε μια πολύ μεγάλη ανακούφιση για τους πιο βαριά πάσχοντες, τελικά μετατρέπεται σε μπούμεραγκ. Τεράστιες δόσεις φαρμάκων στις ψυχιατρικές κλινικές θα δοθούν στους έγκλειστους (συνήθως παρά την θέλησή τους) για να ‘καταστείλουν’ την ‘νόσο’, αχρηστεύοντας έτσι μαζί με την όποια ασθένεια και δυσλειτουργία και τον ίδιο τον ασθενή.

Η ψυχιατρική διάγνωση (ένα εγχείρημα πραγματικά έωλο από κάθε άποψη, θεωρητική και πρακτική), δε θα χρησιμοποιηθεί παρά μόνο για τον στιγματισμό και την απαξίωση του πάσχοντος. Και η ίδια ή έννοια ακόμη της ψυχικής νόσου με τον τρόπο που εκφέρεται  και στο πλαίσιο που χρησιμοποιείται (σαν ετικέτα προβληματικού προϊόντος) συνιστά τεράστια απαξίωση του ανθρώπου που πάσχει.

Στη σημερινή εποχή, δεδομένων βέβαια και άλλων πνευματικών, κοινωνικών και πολιτικών γνωρισμάτων, η ψυχιατρική τείνει να γίνει το κατεξοχήν εργαλείο που θα χρησιμοποιεί η εξουσία κάθε φορά που θα χρειάζεται νομιμοποίηση για την δίωξη και εκμηδένιση των πολιτών. Είναι χαρακτηριστικές οι ‘διαγνώσεις’ των νέων  ‘ψυχικών διαταραχών’ που προστίθενται σωρηδόν τελευταία στα βιβλία των επίσημων ψυχιατρικών εγχειριδίων. Τα άταχτα παιδιά δεν είναι πλέον άταχτα, είναι ‘άρρωστα’ (νευρωτικά)! Η βαρεμάρα στη σχολική αίθουσα και συνακόλουθα η διάχυση της προσοχής των μαθητών σε άλλα ερεθίσματα πέραν της διδασκαλίας είναι σήμερα διαταραχή και ονομάζεται  ‘ελλειμματική προσοχή’! Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του προηγούμενου αιώνα έκαναν χρήση αυτής της ταχτικής όταν χαρακτήριζαν τους αντιφρονούντες ψυχιατρικά πάσχοντες.  Μόνο που τώρα έχω την εντύπωση ότι έχει πια μπει στο στόχαστρο ολόκληρη η κοινωνία, και αν δεν προσέξουμε, το  ‘αυγό του φιδιού’ θα εκκολαφθεί ξανά.




1 Απρ 2012

Φεγκ-σουι και δυτική αισθητική : ένας κοινός τόπος



( Απόπειρα εναρμόνισης του υλικού με το άυλο, του ορατού με το αόρατο, του εσωτερικού λόγου με την εξωτερικό περιβάλλον. Μια θεραπευτική για την ψυχική μας ισορροπία τέχνη, που αφορά τη διευθέτηση των  εξωτερικών όρων του περιβάλλοντός μας.)

Καθώς το εξωτερικό επηρεάζει το εσωτερικό και αντίστροφα, είναι φυσικό η ψυχική ή νοητική κατάσταση μας να εξωτερικεύεται σε πράξεις και κατ’ αυτό τον τρόπο να δομεί το άμεσο περιβάλλον του ανθρώπου. Φυσικά συμβαίνει και το αντίστροφο. Η αισθητική ως σύλληψη και αναπαράσταση του ωραίου είτε μέσω ενός έργου τέχνης ή και καθημερινά στη ζωή μας με αυτό που κοινώς αποκαλούμε ‘γούστο’ είναι μια απόπειρα της ψυχής να εκφραστεί και να δομήσει κατά τον δικό της ιδιαίτερο κάθε φορά τρόπο το εξωτερικό πεδίο της δράσης της.

Στη δύση η αξία ενός ωραίου για παράδειγμα οικήματος, ενδύματος, ενός όμορφα διαρρυθμισμένου ή διακοσμημένου χώρου έγκειται κυρίως στη ψυχολογική,  ευεργετική ή όχι, επίδραση που έχει  κάτι τέτοιο πάνω μας. Αν οι αναλογίες των μορφών τα χρώματα τα σχήματα και ο φωτισμός του περιβάλλοντος χώρου για παράδειγμα υπακούουν σε κάποιους κανόνες ταιριαστούς στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση (ή και στην ιδιαίτερη κατάσταση ενός συγκεκριμένου ανθρώπου κάποιες φορές) ώστε  να μας δίνεται η αίσθηση της ομορφιάς και της ευχαρίστησης καθώς ερχόμαστε σε επαφή μαζί του μέσω των αισθήσεών μας, θεωρούμε ότι πρόκειται για κάτι ωραίο και ευεργετικό για μας, γι’ αυτόν και μόνο το λόγο. Αυτό άσχετα με το αν υιοθετούμε μια φιλοσοφική στάση που επικαλείται αντικειμενικές και καθολικές αρχές όσον αφορά το ωραίο είτε αντίθετα υιοθετούμε  καθαρά υποκειμενικά κριτήρια θέτοντας ως ‘μέτρο όλων των πραγμάτων’ και των κρίσεών μας εμάς τους ίδιους, τον άνθρωπο δηλαδή (ακόμη ενδεχομένως και κάποιο συγκεκριμένο άνθρωπο).

Η διαφοροποίηση της Ανατολής ως προς τις αντιλήψεις στο σημείο αυτό (όπως ολοκάθαρα αποτυπώνεται στο σύστημα του φένγκ-σούι) είναι ότι η διευθέτηση του χώρου δεν έχει να κάνει τόσο με το τι εμείς προσλαμβάνουμε μέσω των αισθήσεών μας ως εντύπωση, αλλά με το αν αυτή η διευθέτηση εναρμονίζεται με την (πανταχού παρούσα) συμπαντική ζωτική ενέργεια, ώστε αυτή να κυλάει στο συγκεκριμένο χώρο αρμονικά και ευεργετικά για τους ανθρώπους που τον κατοικούν.

Ασχέτως πάντως με το ποιος έχει το περισσότερο δίκιο σ’ αυτό  αποτελεί κοινό τόπο για δύση και ανατολή η σημασία ενός ‘σωστά διευθετημένου περιβάλλοντος’ (όχι μόνο με την πρακτική έννοια). Νομίζω ότι και σε αυτό το ζήτημα (όπως και σε άλλα) η προτεραιότητα βρίσκεται πάλι στην ανθρώπινη εσωτερική κατάσταση, καθώς αυθόρμητα ένας άνθρωπος θα διαρρυθμίσει και το περιβάλλον με τρόπο που θα ταιριάξει στον ψυχισμό του ή τελοσπάντων στην ‘φάση’ που περνάει την συγκεκριμένη εκείνη περίσταση. Μακάρι όμως να ‘ταν τα πράγματα τόσο απλά!

Ουδόλως διαθέτουμε σε αρκετά ανεπτυγμένο βαθμό οι περισσότεροι το ανάλογο αισθητήριο και την ετοιμότητα, την εγρήγορση δηλαδή, που θα μας επέτρεπε κάθε φορά ερευνώντας διαισθητικά το περιβάλλον μας να προβούμε στια ανάλογες ρυθμίσεις, διορθώσεις ή αλλαγές που αυτό χρειάζεται ώστε να λειτουργήσει κατά το μέγιστο δυνατό βαθμό προς όφελος της ψυχοσωματικής μας ευρυθμίας και υγείας. Και πολλές φορές η έλλειψη της μέριμνας αυτής κάνει το περιβάλλον μας απωθητικό και επισφαλές για τα έργα που επιχειρούμε εκεί μέσα αλλά και για μας τους ίδιους.

Το σύστημα φεγκ-σούι επιχειρεί να κωδικοποιήσει κάποιους κανόνες βάσει των οποίων ακόμη κι αν εκλείπει ο διαισθητικός παράγοντας ή δεν είναι τόσο έντονα ανεπτυγμένος θα μας βοηθήσουν στην κατάλληλη διευθέτηση του σπιτιού καθώς και οποιουδήποτε μέρους  επιλέγουμε να δραστηριοποιηθούμε (όπως το χώρο της εργασίας). Σ’ ένα δυτικό μυαλό που είναι αρκετά ασυνήθιστο να χρησιμοποιεί την διαίσθησή του σε τέτοιες περιπτώσεις ή να προβαίνει σε ανάλογες διαδικασίες με τη λογική αυτή, θεωρώντας τες εξίσου σημαντικές με οτιδήποτε άλλο κάνει, τέτοιοι κανόνες είναι δυνατόν να βοηθήσουν στην αρχή. Αν μη τι άλλο δίνουν ιδέες που αν κανείς τις δοκιμάσει, έμπρακτα διαπιστώνει αν έχουν κάποια αξία ή όχι για τον ίδιο. Το κακό μόνο είναι ότι το φεγκ σούι (τουλάχιστον αυτό που έχω εγώ υπόψη μου) το ‘παρατραβάει’. Καταλήγει τελικά σε ένα είδος δυσειδαιμονικής αντίληψης των πραγμάτων που με συμβολικές ενέργειες, κάτι σα μαγικές τελετουργίες, προσπαθεί να επηρεάσει το προσωπικό πεπρωμένο του ατόμου ώστε αυτό να αποχτήσει φήμη, πλούτο, έρωτες κ.ο.κ. Νομίζω πάντως πως αυτό που πρέπει να κρατήσουμε από μια τέτοια προσέγγιση είναι η αντίληψη για την αδιάρρηκτη σχέση του υλικού περιβάλλοντος με την πνευματική και την ψυχική μας ισορροπία και να κινηθούμε ώστε να χρησιμοποιήσουμε τις κρυμμένες μας δυνάμεις για να φέρουμε σε μια καλύτερη αρμονία το εξωτερικό χώρο μας με την ψυχή μας.

19 Δεκ 2011

Περι ομοφυλοφιλίας


Συχνά όσον αφορά στην ομοφυλοφιλία συγχέεται το φυσικό ή όχι του πράγματος με αυτό του πολιτικού δικαιώματος. Είναι αναφαίρετο δικαίωμα του καθενός να εκφράζεται σεξουαλικά όπως επιθυμεί (αρκεί φυσικά να μην βλάπτει τον περίγυρό του). Πρόκειται για την πολιτική ελευθερία της αυτοδιάθεσης και αποτελεί έκφραση της αρχικής ανθρώπινης ελευθερίας του αυτοπροσδιορισμού.


Οντολογικά όμως εξεταζόμενη η ομοφυλοφιλία αποτελεί στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων μια παρέκκλιση από την φυσική τάξη των πραγμάτων(οι εξαιρέσεις οφείλονται σε κληρονομικούς και βιολογικούς παράγοντες). Το προφανές επιχείρημα γι’ αυτό είναι η ανατομία. Αλλά και η ψυχολογία στην μεγαλύτερή της έκφραση χαρακτηρίζει την ομοφυλοφιλία ως διαστροφή της φυσιολογικής σεξουαλικότητας που ερίζετε σε μια ψυχολογική διαστροφή. Τα βιώματα του παιδιού μες στην οικογένεια που βλέπει να απαξιώνεται το φύλο όπου ανήκει το οδηγεί να ταυτιστεί με τον γονέα του αντίθετου φύλου (ένα ερμηνευτικό παράδειγμα).

Αυτό που έχει σημασία όμως είναι το πόσο δύσκολο είναι να κρατηθούν ξεχωριστά αυτά τα δύο πράγματα. Μια παρέκκλιση από το φυσικό σε μια μειονότητα δύσκολα γίνεται σεβαστή και αντιμετωπίζεται ρατσιστικά. Από την άλλη για να δικαιολογηθεί αυτή η επιλογή φτάνουν κάποιοι να αρνούνται το παθολογικό ψυχολογικό υπόβαθρο που βρίσκεται πίσω της(αν και δεν συμφωνούν όλοι σ’ αυτό).

Δυστυχώς άλλα φαινόμενα της ανθρώπινης ψυχοπαθολογίας όπως η φιλαργυρία δεν τυγχάνουν απλώς ανοχής αλλά έχουν εξιδανικευτεί. Δεν πρόκειται παρά για την βία που ασκεί η πλειοψηφία στις μειοψηφίες. Ο καθένας μας λίγο πολύ περιφέρει την νεύρωσή του στον κόσμο και το ζητούμενο είναι να σέβεσαι τελικά την διαφορετικότητα του άλλου. Είναι ασφαλώς αυτός ο σεβασμός μια άσκηση ελευθερίας.

Τώρα όσον αφορά στην νομιμοποίηση μιας τέτοιας σχέσης μέσω κάποιου θεσμού νομίζω πως αυτό θα μπορούσε να γίνει μέσω του νέου θεσμού του συμφώνου κοινής διαβίωσης. Αυτό θα διασφάλιζε τα όποια οικονομικά δικαιώματα των ενδιαφερομένων και θα προσέδιδε και μια κοινωνική νομιμοποίηση στο είδος της σχέση τους.

Το να θέλουν όμως να συνάψουν γάμο έστω και πολιτικό δυο ομοφυλόφιλοι είναι κάτι που αντιφάσκει με την έννοια του ίδιου του γάμου όπου αυτονόητα αφορά ετερόφυλους (από καταβολής κοινωνίας), αποτελεί πρόκληση προς την κοινωνία και το μόνο που εξυπηρετεί είναι το αίσθημα δικαίωσης της ως τώρα καταπιεζόμενης μειοψηφίας. Είναι όμως μια δικαίωση που σκοπεύει να αποδείξει την ορθότητα κι όχι το δικαίωμα της επιλογής και γι’ αυτό δεν είναι θεμιτή.

Προλογίζοντας ένα 'εργαστήριο αυτογνωσίας'

Η καλλιέργεια και η μύηση στην πολιτισμική παράδοση της ανθρωπότητας έχει το νόημα ότι αποτελεί ένα διάλογο με ό,τι καλύτερο έχει να δείξει το ανθρώπινο πνεύμα. Ασφαλώς, μακριά καλύτερα από μας, μια διανοητική προσέγγιση αυτής της μεγάλης κληρονομιάς. Θέλουμε να γίνει αφορμή στοχασμού πάνω στην ζωή μας και εξεύρεσης ενός προσωπικού νοήματος.


Πάντα υπάρχουν συνταξιδιώτες σ’ αυτό το ταξίδι είτε το καταλαβαίνουμε είτε όχι. Δεν υπάρχουν όμως αυθεντίες. Κάθε αγωνία και κάθε νόημα αποτελεί προσωπικό μυστικό και μια μοναδική προσέγγιση σ’ αυτό το θεμελιώδες γεγονός της ύπαρξης.

Ούτε υπάρχει κάποιος ειδικός δρόμος, αλλά η ίδια η ζωή και ο στίβος της καθημερινότητας είναι ο δρόμος.

Ό,τι μαθαίνουμε το μαθαίνουμε μέσα από πολλά λάθη. Όταν δυσκολευόμαστε να καρπωθούμε τα διδάγματα των εμπειριών μας τότε οι ίδιες περιστάσεις έρχονται ξανά με άλλο πρόσωπο για να μας διδάξουν ό,τι πρέπει να μάθουμε.

Η γνώση είναι ταυτόχρονα ανακάλυψη και δημιουργία και το πιο σπουδαίο έργο της ζωής μας είναι η ίδια μας η προσωπικότητα που διαπλάθεται καθημερινά μέσα από τις ερωτήσεις της ζωής μας και τις απαντήσεις που εμείς δίνουμε σ’ αυτές.

Είμαστε ελεύθεροι και αυτό κάνει δυνατό τα καλύτερο ή το χειρότερο.

Είμαστε αδερφοί και συναντιόμαστε στο ίδιο ταξίδι. Οι αποφάσεις μας θα καθορίσουν την μοίρα μας. Επιλέγουμε να επωμισθούμε όλη την ευθύνη που μας αναλογεί.

Συνειδητά ή ασυνείδητα προσπαθούμε να προάγουμε ότι καλύτερο έχουμε μέσα μας, να πάρουμε και να δώσουμε, να διδάξουμε και να διδαχθούμε.

Ακόμη και ό, τι σκιερό υπάρχει μέσα μας μπορεί να φανεί χρήσιμο σ’ αυτή την μορφοπλασία, γιατί και αυτό είναι δικό μας, αποτελεί μέρος μας. Όταν κατανοούμε κάτι καινούριο για τη ζωή και τον εαυτό μας έχουμε κάνει ένα βήμα προς την σωστή κατεύθυνση. Και όταν δίνουμε κάτι παίρνουμε περισσότερα.

Αν υπάρχει Θεός τότε θα κρύβεται πίσω απ’ όλη αυτή την ιστορία. Ίσως η γνώση του να μη τίθεται ως ζήτημα δογματικής αποδοχής αλλά ως ένας άλλος τρόπος ζωής που εμπνέεται από αγάπη για την ομορφιά και την αλήθεια.

Και αυτό είναι το σημείο που μπορούμε να συναντηθούμε μεταξύ μας.

Εθνικοί διαχωρισμοί

Υπάρχουν δύο τρόποι για να αντιμετωπίσει κανείς το εθνικό, δηλαδή το τοπικό. Είτε ως κάτι κλειστό που βρίσκεται σε αντίθεση και αντιπαράθεση με οτιδήποτε άλλο, είτε ως ένα πολιτιστικό χρώμα στο πολυποίκιλο καμβά της ανθρώπινης κοινωνίας που αυτόματα αποτελεί και μια προσφορά στον χαρακτήρα της. Ο σωβινισμός που αποτελεί την πρώτη έκφανση βεβαιώνει την ανωτερότητα ενός έθνους, μιας φυλής ενάντια σε όλες τις άλλες. Ακόμη και από λογική σκοπιά αποτελεί παραλογισμό γιατί με το αυτό κριτήριο καταλήγει καθένας στην ανωτερότητα του δικού του έθνους. Και ιστορικά αποτελεί αιτία πλείστων κακών, αναταραχών και πολέμων. Κατά τη δεύτερη σημασία του αυτό που προέχει είναι η κοινή ανθρώπινη φύση η οποία εκδηλώνεται σε κάθε λαό με τα κατά τόπους ιδιαίτερα του χαρακτηριστικά. Αυτή είναι και η προσφορά του στο παγκόσμιο γίγνεσθαι και δεν αποτελεί κριτήριο σύγκρισης και διαχωρισμού των εθνών αλλά ισότιμη ανταλλαγή και συμπληρωματική λειτουργία στον πανανθρώπινο πολιτισμό που δεν τον χαρακτηρίζει η ισοπεδωτική αντίληψη της ομοιομορφίας.

Αυτές οι δύο βασικές και αλληλοαποκλειόμενες αντιλήψεις εμφανίζονται σ’ όλα τα κοινωνικά μορφώματα και τις κοινωνικές ομάδες. Για παράδειγμα μπορεί να χαρακτηρίζουν τον τρόπο θεώρησης της οικογένειας, όπου πίσω από το δικό μου έναντι του άλλου, του ξένου κρύβεται μια παθολογική προέκταση του εγώ πάνω στα μέλη της οικογένειας και απουσία ενδιαφέροντος ή εχθρότητα απέναντι στους άλλους. Δεν είναι παρά η ίδια κατάσταση και το κυρίαρχο πνεύμα του ανταγωνισμού αυτή τη φορά μες στην ίδια την εθνική ομάδα. Αποτελεί την σφραγίδα της ανταγωνιστικής κοινωνίας μας εις βάρος της συνεργασίας και της αληθινής κοινωνικότητας.

15 Δεκ 2011

Τα σημεία των καιρών και η θέση μας ως χριστιανών


                 Άρθρο που δημοσιέυτηκε στο 'Αντίφωνο Επιστημών Τεχνών και Φιλοσοφίας'

την 8/7/2011
Αφορμή για αυτό μου το άρθρο αποτέλεσε ένας από καιρό προβληματισμός για όσα γίνονται στην εποχή μας και για το νόημά τους. Εδώ και δεκαετίες έχει ανακινηθεί- όχι αδικαιολόγητα- στους χριστιανικούς κόλπους το ζήτημα της αποκάλυψης και αν πράγματι διανύουμε το τελευταίο όντως διάστημα της ανθρώπινης ιστορίας. Παρότι δυσκολοερμήνευτο το κείμενο της ‘αποκάλυψης του Ιωάννη’ στην Καινή διαθήκη και δε μπορεί κάποιος να παραβλέψει εύκολα, σημεία αναγνωρίσιμα πια στους καιρούς μας. Για παράδειγμα η εκτεταμένη οικολογική καταστροφή που φαίνεται να προεικονίζεται σε σημεία του κειμένου. Το πιο όμως επίμαχο ζήτημα, αυτό που προκάλεσε τις μεγαλύτερες αντιδράσεις και τους πιο έντονους προβληματισμούς είναι ο αριθμός
666 που η αποκάλυψη αναφέρει ως αριθμό του θηρίου. Το μπαρ κοντ, πραγματικά εμπεριέχει σαν βασικό κωδικό (με τις διπλές διαχωριστικές γραμμές στην αρχή το μέσο και το τέλος κάθε ηλεκτρονικού σήματος) αυτό τον αριθμό. Και για τους πιο οξύνους παρατηρητές πραγματικά συμβαίνουν πολλά ‘περίεργα’ πράγματα στην εποχή μας. Κάπως επιγραμματικά, εκτός από μια γενική πνευματική κατάπτωση και εξαχρείωση (και το ‘πνευματικό’ υπό οποιαδήποτε έννοια) που όλοι αντιλαμβανόμαστε λίγο πολύ και κανέναν μας δεν έχει αφήσει άθικτο, έχει από καιρό αρχίσει μια επίθεση στις ανθρώπινες ελευθερίες (υπό το πρόσχημα τρομοκρατικών απειλών), και η παράλογη δράση της ανθρωπότητας δε δείχνει να σταματά μπρος στην απειλή της περιβαλλοντικής καταστροφής. Η τεχνολογία για πρώτη φορά παρέχει τέτοιες τρομαχτικές δυνατότητες, που όπως είναι φυσικό, και όπως συνήθως συμβαίνει στην ανθρώπινη ιστορία, θα χρησιμοποιηθούν -και ήδη χρησιμοποιούνται- κυρίως για κακό σκοπό, είτε πρόκειται για τον αφανισμό των ‘εχθρών’ είτε για τη χειραγώγηση των λαών. Θα είχε σίγουρα μεγάλη σημασία να δούμε τι συντελείται τον τελευταίο καιρό, και όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλο τον κόσμο. Σκοπός όμως αυτού του άρθρου είναι να θίξει ένα μόνο σημαντικό ζήτημα και αν είναι δυνατόν να το αποσαφηνίσει.
Αφορμή στάθηκαν οι διαδηλώσεις και οι ευρείς διαμαρτυρίες του λαού μας όσον αφορά την αναγραφή του θρησκεύματος -παλιότερα- στις ταυτότητες, και εκ νέου-πρόσφατα- την χρήση της κάρτας του πολίτη. Βλέπει κι ο πιο δύσπιστος σήμερα ότι τα σενάρια για μια παγκόσμια διακυβέρνηση που θα έχει έναν ολοκληρωτικό χαρακτήρα και θα θέτει ως όρο επιβίωσης την άρνηση της ψυχής, και της χριστιανικής πίστης, ότι επαληθεύονται ολοένα και περισσότερο. Ακόμη και άνθρωποι που είναι εκτός εκκλησίας μιλάνε πλέον ανοιχτά για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, που προετοιμάζεται από καιρό, και θα έχει ως πιθανή κατάληξη ο πολίτης αυτού του παγκόσμιου κράτους -τέρατος που προσπαθούν κάποιοι να δημιουργήσουν, να πρέπει να κάνει οποιαδήποτε συναλλαγή του μες από ένα τσιπ, πιθανώς στο σώμα του, που θα περιέχει οποιοδήποτε στοιχείο και οικονομικό και πολιτικό. Πολλά συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση.
Αλλά θα ήθελα να εξετάσω το νόημα ενός τέτοιου γεγονότος, αφού υποθετικά δεχτώ ότι όλα αυτά τα σενάρια αληθεύουν, το νόημα που μπορεί να έχουν για εμάς που πιστεύουμε στο Θεό. Ειπώθηκε πως η αναγραφή του θρησκεύματος στην ταυτότητα ήταν μια ομολογία, και ειπώθηκε ότι η αποδοχή της κάρτας ή του τσιπ στο οποίο ενδεχομένως αυτή θα μετεξελιχθεί, σημαίνει άρνηση της πίστης. Νομίζω, όπως εγώ τουλάχιστον καταλαβαίνω το θέμα, ότι εμπλέκονται, αναφορικά με αυτά τα πράγματα, δυο ζητήματα διαφορετικής τάξης. Το ένα έχει να κάνει με την ιδιότητά μας ως πολίτες, ως μέλη μιας οργανωμένης κοινωνίας, ως άνθρωποι που ενδιαφερόμαστε για την ευρυθμία του πολιτεύματος, για τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων, και για μια όσον το δυνατό μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη. Και το άλλο είναι ένα θέμα ομολογίας, εξαιρετικά σπουδαίο, για όσους μοιραζόμαστε την χριστιανική πίστη. Είναι η διπλή υποχρέωση ενός χριστιανού, από τη μια να προσπαθεί να βάλει στη ζωή του τις ευαγγελικές αλήθειες όσο είναι αυτό δυνατό, και από την άλλη η εξωτερική δήλωση, αν χρειαστεί, της πίστης μας, και μάλιστα με οποιοδήποτε τίμημα.
Καταρχήν, νομίζω πως υπάρχει σύγχυση στην σκέψη μας αναφορικά με αυτά τα δύο επίπεδα ύπαρξης, με αυτούς τους δυο τρόπους συμμετοχής μας στον κόσμο. Το ζήτημα των δικαιωμάτων είναι πολιτικό ζήτημα. Οι χριστιανοί πολλές φορές έζησαν σε ειδωλολατρικά κράτη όπου κανένα θρήσκευμα δεν αναγραφόταν στο δελτίο της ταυτότητάς τους, αλλά όταν τέθηκε τέτοιο ζήτημα ομολόγησαν την πίστη και κάποιοι μέχρι μαρτυρίου, μέχρι αίματος. Επίσης οι χριστιανοί χρειάστηκε αρκετές φορές να ζήσουν σε ολοκληρωτικά καθεστώτα, μπορεί να τύχαινε να είναι δούλοι ή οτιδήποτε άλλο. Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι υπάρχουν ζητήματα που είναι καταρχήν πολιτικά και ως χριστιανοί αισθάνομαι πως θα πρέπει να αγωνιζόμαστε για αυτά συμβάλλοντας σε μια καλύτερη κοινωνία, υποστηρίζοντας τους αδικημένους, και κάνοντας αν χρειαστεί ακόμη και προσωπικές θυσίες. Είναι η εντολή ης αγάπης που δεν μπορεί να μας αφήνει αδιάφορους έναντι στα δεινά των συνανθρώπων μας, και υπάρχουν πολλών ειδών καταχτήσεις που σήμερα απειλούνται και θα πρέπει να τις υπερασπιστούμε με οποιοδήποτε τρόπο μπορούμε.
Αλλά δεν είναι δυνατόν αυτό να γίνεται τόσο επιλεκτικά, εννοώ πως δεν μπορεί ο λόγος των ανθρώπων της εκκλησίας να περιορίζεται μόνο στα εθνικά ας πούμε ζητήματα ή να βγάζει το κόσμο στο δρόμο να διαδηλώνει μόνο όταν θίγεται κάτι εξόφθαλμα ‘εκκλησιαστικό’ όπως η αναγραφή του θρησκεύματος, ή η χρήση του αριθμού 666
 Τα λέω αφού έχω δεχτεί εξαρχής ότι οι υποθέσεις που έχουν γίνει για την σημασία αυτών τω γεγονότων και την εξέλιξή τους στο μέλλον είναι αληθείς. Καταλαβαίνω ότι σε μια τέτοια περίπτωση η κοσμική εξουσία και το πνευματικό κακό συμπλέκονται και ότι θα μπορούσε πραγματικά ένα τέτοιο κράτος να ήταν το κράτος του ‘αντιχρίστου’ όπως λένε κάποιοι. Αλλά θέλω να τονίσω την διαφορετική φύση των δύο επιπέδων και να πω ότι ακόμη και αν δεν ήταν έτσι, ακόμη κι αν ο περιβόητος αριθμός δεν έμπαινε στο ‘μπαρ κόντ’ , είχαμε κάθε λόγο και υποχρέωση να αντιδράσουμε σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, είχαμε κάθε λόγο και έχουμε να αντιδράσουμε στην οικονομική εξαθλίωση της κοινωνίας και στην στέρηση των δικαιωμάτων μας ως πολιτών, και να συμπαραταχθούμε με κείνους τους ανθρώπους με παρόμοιες αγωνίες με τις δικές μας έστω και αν δεν μοιράζονται τις δικές μας θρησκευτικές πεποιθήσεις. Η αλήθεια και η αγάπη δεν είναι ζήτημα μόνο δογματικών διακηρύξεων, αλλά καθημερινής πάλης σε όλα τα επίπεδα. Ούτε την έχουμε ‘πατεντάρει’ όσοι λέμε ότι είμαστε χριστιανοί, ούτε είναι εξόριστοι από αυτή όλοι οι άλλοι. Αυτά ήθελα να πω από ενδιαφέρον, αγάπη, αγωνία για όσα συμβαίνουν σήμερα στον κόσμο, και στη χώρα μας ειδικότερα, και βέβαια θίγοντας με μεγάλη συντομία μια μόνο τους διάσταση, που αφορά κυρίως όσους είμαστε ή νιώθουμε μέλη της εκκλησίας.

Στρατευμένη ποίηση


Η ποίηση που εκπληρώνει μια υπαρξιακή ανάγκη στρατεύεται στον ίδιο τον άνθρωπο, τον δημιουργό και κατ’ επέκταση τον κάθε άνθρωπο, εκφράζοντας αγωνίες, περιγράφοντας καταστάσεις, όλη αυτή την περιπέτεια της ψυχής στον κόσμο, την ψηλάφηση του νοήματός της. Όταν ο καλλιτέχνης έχει ένα όραμα για το μέλλον για κάποιο συνολικό (ουτοπικό συνήθως) μετασχηματισμό της κοινωνίας μπορεί τότε στρατευμένος ο ίδιος στο όραμά του να επιστρατεύσει και την ποίησή του για τον ίδιο σκοπό. Σε αυτή την περίπτωση, δεν ξέρω αν υπάρχει ως διαφοροποιημένη λειτουργία, από τη στιγμή που και πάλι είναι το προσωπικό νόημα εκείνο που κατευθύνει την ποιητική πράξη. Μόνο που σε αυτή τη περίπτωση ίσως εκείνο που γράφεται να αντιμετωπίζεται χρηστικά από τον δημιουργό, ως παρακίνηση και αφύπνιση του αναγνώστη, ως προσπάθεια μύησής του στο (πολιτικό συνήθως) όραμά του. Και ίσως έτσι να υποδηλώνεται ότι το έργο δε θα γραφόταν αλλιώς, λόγω μιας προσωπικής ανάγκης, ώστε να μπορεί να μείνει πιθανότατα και στο συρτάρι του γραφείου του έχοντας ήδη εκπληρώσει το προορισμό του. Ή αν κοινοποιούνταν να κοινοποιούνταν ως ανάγκη μοιράσματος μιας προσωπικής κατάστασης με αναγνώστες που έχουν παρόμοιες αγωνίες. Δε ξέρω. Αυτό όμως που ξέρω με αναντίρρητη βεβαιότητα είναι ότι δεν είναι δυνατόν να ‘επιβάλλει’ κανείς (σαν ιδεολογικούς ψυχαναγκασμούς) κανόνες τέτοιου είδους στην τέχνη. Ο αληθινός καλλιτέχνης άλλωστε δε θα ρωτήσει ποτέ τους άλλους γιατί γράφει ή γιατί πρέπει να γράφει ή για το τι είναι ‘σωστό’ να γράφει (ακόμη κι αν αγνοηθεί ή πολεμηθεί- οι μεγαλύτεροι δημιουργοί άλλωστε είναι πολύ πιο μπροστά από την εποχή τους και το κοινό τους (το πραγματικό κοινό) που σε κάθε εποχή είναι απελπιστικά μικρό.