Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιήματα σύγχρονων Ελλήνων δημιουργών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιήματα σύγχρονων Ελλήνων δημιουργών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14 Νοε 2011

Γιώργος Π.Δρυμωνιάτης- Συμποίηση

…κι όταν μετά μόνος βολόδερνα πάλι στο χάος μου,
άκουγα τα πουλιά της Άνοιξης που ερχόντουσαν
και φώναζαν τιτιβι τη λέξη "αγάπη"
... στις κορυφές των κυπαρισσιών,
στον τρούλο της εκκλησίας,
στα χαρακώματα
κι ένοιωθα πως πιο πολύ μέσα μου μεγάλωνε
το κενό που σε περίμενε.
Εν απουσία σου αναμηνούσα αναμνήσεις χαράς
στο εντός μου.

Επαναθύμησες του ωραίου καιρού
προς χάριν της χαράς μου.....

….καθώς εισχώρησα τότε
στο πίσω των ματιών σου
το άπλετο φως.
ω, ναι....το είχα διαβάσει καθαρότατα
στον πίνακα των νομιζομένων.
Ναι, ναι...
εκείνο το πρόσκαιρο « Σ’αγαπώ»!
Τι μελωδία!!!
Τι αρμονία!!!
Τι αταξία χαράς!!!
Και το ύστερα !!
Ω, τι υπέροχο το υπεροπτικό ύστερα!!!
Κύμα ποθητού πάθους
Σύνταξη
αγαπημένων ματιών
Σύμπραξη
σωμάτων ελκομένων υπό έρωτος
Συνήχηση
δυο συντονισμένων καρδιών.
Κι αγαλλίαση
πνεύματος ως πέρα....πέρα....πέρα...
ως τ' άγνωστο πέρα....

Συμποίηση ερωτευμένων ψυχών.
Το μελωδέστερο των ποιημάτων του σύμπαντος.
Ημιτελές πάντα.
Το αναθυμήθηκα και μου έλειψε σήμερα πάλι…….

γ.π.κ-δρ.
Από τα ΕΡΩΤΑΡΩΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΔΑΚΡΥΩΝ

13 Νοε 2011

Maria Margariti

αφου εκαψε τη Ρωμη
πηρε το κλειδι της πολης
που χε γινει καρβουνο
και σκιτσαρε μια πυλη
τη νεα πυλη
... Δεν ηταν κακος
δεν ηταν τρελος
ηταν αναμορφωτης
Ο Νέρων δεν ηταν
ο αυτοκρατωρ των νερών
ουτε πυρομανης όπως ακουγεται
τουτα είναι φημες ανυποστατες
ηταν μεγαλος ζωγραφος
του αρεσε ο συμβολισμος
να καιει το στηθος,
να καιει την καρδια
τα χερια και την πολη
το καρβουνο ηταν απλως η πρωτη υλη.
Η πρωτη υλη
για τα σχέδια του
μητροκτόνου Νέρωνα.

Ορφέας Ομπράνοβιτς - Αριθμητικός χειμώνας

Γερνάω, Αγαπημένη μου – γκριζάρουνε τα όνειρα μου

Είδα τους πρωτομάστορες της γενιάς μου να θάβονται κάτω από τόνους συνθημάτων
Στους πύργους της Βαβέλ που σήκωσαν
για να φτάσουν τάχα το ανέφικτο
ήρθαν να κάμουν τώρα κατοχή
κοράκια κι εργολάβοι
Οι φίλοι μου όλοι λογικεύτηκαν,
συμμάζεψαν τα σκηνικά των οραμάτων
ξεβίδωσαν τ αστέρια τους
πακετάρισαν τους ουρανούς και διασκορπίστηκαν στα εξοχικά,
μιλώντας ο καθένας τους μιαν άλλη γλώσσα…

Παγώνω, Ερωμένη μου – πιάνουνε χιόνι οι λέξεις μου

Μαθαίνω πλέον να μετρώ.
Να επιχειρώ συμψηφισμούς.
Να συνυπολογίζω τους παράγοντες, τους παρονομαστές, τους διαιρέτες,
Να φτιάχνω αριθμητήρια με έρωτες, στερεογράμματα του Πόθου,
να συντάσσω αναφορές των αναμνήσεων – να βάνω στη σειρά τις συνιστώσες

Και αριθμό τον αριθμό, να αργοπεθαίνω…

11 Νοε 2011

Δε θέλω να βγω- Angela Georgota

Δεν θέλω να βγω από το σπίτι
Κόλλησα στον καναπέ
Με τα πόδια αγκαλιά ,
Έμβρυο πάλι
Με τα μάτια ανοιχτά.
... Δεν θέλω να βγω.
Έξω είναι άγριοι καιροί,
Μια χελώνα
Δίχως καβούκι
Στο μπαλκόνι στέκεται
Και επίμονα με κοιτά.
Ο ταχυδρόμος χτυπά το κουδούνι
Γράμματα φέρνει
Από τελειωμένες αγάπες.
Η πόρτα τρίζει
Είναι πάλι ο ίδιος ο ίσκιος,
Από τη μέρα της γέννησης μου με ψάχνει
Δεν θέλω να βγω.
Εσύ λείπεις.
Σε εξουσιάζει μια νέα θεωρία
Κάτι μου είπες
Για γραμμάτια ανεξόφλητα και τοκοχρεολύσια
Δεν θέλω να βγω
Ο κόσμος δεν με ξέρει,
Κανείς δεν μου γελά
Μόνο με χτυπάνε φιλικά στην πλάτη
Δεν θέλω να βγω.
Και ας ξημέρωσε πάλι
Στην άδεια την πόλη με τις μακιγιαρισμένες ενοχές
Και τις πουδραρισμένες αλήθειες
Τι να βγω να κάνω;
Δεν θέλω να βγω
να σε δω
Να με βλέπεις σαν ξένη
Με ένα χαμόγελο άδειο,
τα μάτια σκοτεινά και βουβά
Και τα χείλη νεκρά μετά από τόσες δόσεις αγάπης.
Δεν θέλω να βγω
Πού να πάω;

9 Νοε 2011

Τα σημεία των καιρών και ο 'τρελλός'

Μόνος να θρηνώ το Μεγάλο Κακό
μόνος να ξέρω - είναι φοβερό.
Οι άνθρωποί μας χάνονται
τέρατα ανθρωποειδή σωσίες
παίρνουν την θέση τους.
Ορίστε σας το λέω, τι θα κάνετε;
Θα με γιουχάρετε σα τρελλό;
Ας πάρετε πέτρες και να με λιθοβολήσετε.
Εγώ θα το φωνάζω στα κουφά αυτιά σας
θα το υποδεικνύω στα τυφλά μάτια σας.
Θα δέχομαι να με φωνάζετε τρελλό.
Είμαι τρελλός- Θε μου κι αν ήμουν, τι ευτυχία!

20 Σεπ 2011

Liza Dionisiadou - Σημείωμα στο μάθημα Ιστορίας


Στον αιώνα μου,

σημειώθηκαν αλλαγές στον άξονα του κόσμου.

η μετατόπιση της γης

προς τη μεριά της κόλασης,

άλλαξε την τιμή της απόστασης

μεταξύ ουρανού και γης.

Τον θάνατο τότε τον ξόρκιζαν

με μικρούς,  μαλακούς,
θανάτους
      καθημερινούς !
 περίεργα αντικείμενα,
 στοιβαγμένα σε δωμάτια,
 εμπόδιζαν το πέρασμα του ονείρου !

υπερβολική προσπάθεια αφαίρεσης,
  οδηγούσε τους ενοίκους,
 σε θαλάμους  λευκούς,
  με νούμερα.
 Μερικούς  αιώνες πριν,
 είχαν ανθίσει :
 ο πολιτισμός, η δύναμη, οι τέχνες !

στην δική μου εποχή,
 τα ευρήματα,
 αλλοιωμένα από χημεία ευτυχίας
 δυσκόλευαν την εκτίμηση των αρχαιολόγων .
 Το κεφάλαιο της ιστορίας,
 σημειωμένο με σταυρουδάκι από μαθητή του μέλλοντος
 ήταν σύντομο …

Angela Georgota - ανθρώπινη φύση



Εγώ είμαι μικρή.

Δεν έχω δάχτυλα να υφαίνουν ώρες αγρύπνιας

Τα χέρια μου τη μοναξιά δεν την κεντούν σε αραχνοϋφαντο στολίδι

Το στήθος μου ζεστό ποτάμι από πυρ.

Εγώ είμαι λίγη.

Δεν φτάνει το τραγούδι μου να ξεμυαλίσει ναυαγούς

Και το κορμί μου δεν αρκεί να σε κρατήσει εννέα χρόνια στονησί .

Δεν έχω εγώ τη φήμη της Ελένης,την κόμη την ξανθή,τα θέλγητράτης

Που έστειλαν πρόωρα στον Άδη τόσα φιλντισένια ανδρικά κορμιά.

Εγώ είμαι ανθρώπινη.

Δεν έχω τίποτε το θεϊκό ,ούτε χαρίσματα,ούτε φίλτρα μαγικά,

Ούτε χαμόγελο ολόφωτο ,ούτε σημάδια απόκρυφα να εξερευνήσεις.

Εγώ είμαι φτιαγμένη από πηλό.

Η σάρκα μου ,τα οστά μου, το αίμα μου

Ανθρώπου θνητού καμωμένα,χωρίς έστω την ψευδαίσθηση του ξεχωριστού.

Δεν λάξευσε εμένα το κορμί μου γλύπτης,ούτε θεός δεν φύσηξε αεράκι την ώρα που γεννιόμουν.

Οι Μοίρες ξεχάσαν να με προικίσουν και αδέσποτη στάθηκα στης τύχης τα τερτίπια.

Δεν με λαχτάρησε κανένας Κένταυρος εμένα ούτε και ο Δίας μετεμορφώθη σε χρυσή βροχή να με πλαγιάσει.

Εγώ λοιπόν είμαι αυτή.

Και ξέρω.δεν σου είμαι αρκετή.

Τούλα Μπαρνασά - Να περιμένεις


Nα περιμένεις ... κι ότι παλιώνει
μ΄αλαφροίσκιωτο στα ξεχασμένα
κρέμεται ,
σαν το μαχαίρι το παλιό που η ώρα του
θα φθάσει για το φόνο,
να περιμένεις ...και θα ξαναρθώ.

Από όρυγμα δαιμονικό
στα φάσματα θα αναλυθώ.
Σαν Πηνελόπη ή Kίρκη,
με άλλα μάτια ,νέα δέρματα ,
θα σ΄ανακράζω στα ναυάγια,
ώσπου τα βουλιαγμένα προσωπεία σου
σ΄ άλλο χωρόχρονο ν' αναδυθούν.

Ετσι σα φάντασμα π΄απόκοτο
ξυπνά, ξανακοιμάται και φωνάζει ,
το έχε γειά, το καλωσόρισες,
θα αναστηθείς σε μαύρο έρωτα.
Σε αυτόν που όσοι γνωρίζουν
τις πληγές τους ανεμίζουν,
τα φοβερά τους πρόσωπα μνήμες
ανατρεμίζουν κι αποσκοπούν
τον ίδιο τον παλιό τους θάνατο .

Πάει καιρός που λησμονιέσαι,
μα έπειτα ξαφνικά στην αγκαλιά
ενός άλλου,
μες στα ανοιχτά μου γόνατα
σαλεύεις και ξαναθυμιέσαι!
Φευγαλέα ματόκλαδα, ρούχο λευκό,
άγγελος τιμωρός να με χαράζεις
με... μια νυχιά κατάστηθα!

Πως να εκφοβίσω το πουλί
που κάθε μέρα ξεφλουδίζοντας
τις λέξεις, μου λιώνει ένα ένα
τα δάχτυλα ?
Οργανο η γλώσσα μιας μανίας
που συλλαβίζεται στις απολήξεις.
Γλυκά γλυκά... κι ως να τρελαίνομαι
στον ύπνο μου,
στα ωραία μαρτύρια των νέων ερώτων
φέγγε μου ίσα μεχρι το θάνατο!

Kι όπως γυναίκα που διανύοντας
τις χιλιετηρίδες,
στα πρίσματα της ποίησης
παραθλασμένη ,χιλιομορφική ,
με ένα πολλαπλασιασμένο
στον καθρέφτη πρόσωπο,
θα καθαρίζω το άιμα και πάχνη
από κάθε σου κόκκαλο

Νεόφυτος Δάνος - 59


Ανέκαθεν τα όρη,
με παδιαριώδη βεβαιότητα,
επιδεικνύουν
ακατάλυτα στήθη
ενός δήθεν «πάντα»
υπό τύπον θριάμβου…
Των σπλάχνων οι πηγές,
οι αστείρευτες,
με φλύαρη "δόξα",
ανεξάντλητα  «λαξεύουν»
την αδάμαστη πέτρα….
Τα δένδρα,με «νού» υποτυπώδη
και σκληρή σάρκα,
υποδεικνύουν  το «πολύ»
του τόπου και του χρόνου…
Και η άνοιξη,από κοντά κι αυτή,
πυρπολεί το γίγνεσθαι
με ζωή ξελογιάστρα,
την άλλη όψη του θανάτου…

Ομως,οι θάλασσες…
Αχ οι θάλασσες….
Σε υγρές φυλακές,απλησίαστες,
θρυμματίζουν τη ρίζα και τον καρπό,
το αίτιο και το αιτιατό
του κόσμου τούτου...
Μήτρα και χωνευτήρι…
Και πλέον αντίστροφος τοκετός…
Κι επιστροφή,
όπου πνεύμα Θεού δεν επεφέρθη
επί των υδάτων
και δεν διεχώρισε το φώς
από τους σκότους…

Οι θάλασσες…
Αχ,οι θάλασσες…….

(Νεόφυτος,07-07-11)

Θοδωρής Αργυρόπουλος - Άσκηση σουρεαλιστικού λυρισμού


Τα γλυκά της τα χέρια απ’ αφρό και από γιούσουρι
Από σμάλτο και φίλντισι τα γυμνά της τα πόδια
Από γήλιο κι απ΄ άχυρο το ξανθό στα μαλλιά της
Πίδακες άσπιλους υψώνει το γέλιο της
Της δροσιάς το στιλπνό και το διάφανο

Τα μάτια της δυό πράσινοι κάμποι την Άνοιξη
Μέσα τους χαρούμενες μέλισσες βομβούν και μαζεύουν τη γύρη
Πεταλούδες ανάλαφρες πεταρίζουν ανάλαφρα σαν κορίτσια
Και μ’ αστέρια και νάρκισσους το ολόφωτο πλέκουνε
Που της πρέπει στεφάνι

Παπαρούνες σεμνές σκύβουνε ντροπαλά το κεφάλι

Χελιδόνια μικρά τιτβίζουν στα στήθη της
Και δειλά πιπιλίζουν των βυζιών της τις ρώγες.

Ένα πέλαγο ξάγναντο η ματιά της στο μέλλον
Τρυφερή σαν τραγούδι
M’ ένα καράβι στ’ ανοιχτά που πλέχει
Κι είν’ μαζεμένα τα πανιά του σε περίσκεψη
Κι είν΄συναγμένοι οι ναυτικοί του στην κουβέρτα

Αθήνα , Φθινόπωρo 1977

Χαριτίνη Ξύδη - Στους βράχους


Ξεκίναγε μια ανηφόρα από την ακροθαλασσιά
Ήταν γι’ακροβασίες σε θρύψαλα από βράχους
Ήταν για να σκοτωθείς άγρια
Όταν την κατέβαινες σε κύλαγε σ’ένα στόμα
Που έλιωναν μέσα του τρικυμισμένα ρεμπέτικα
Μερικά απ’αυτά σαν κομμάτια σοκολάτας
Μαλάκωναν τις κλειδώσεις
Κι άλλα σαν ατσαλόσυρμα στα δόντια σ’έσωζαν
Πριν το χαμό σου
Αλλά έφτιαχναν κάτι πληγές από κείνες που ποτέ
Δεν κλείνουν και τις έχεις για πάντα στις χορδές
Στη γλώσσα στα χείλια
Κάθε που πας ν’αρθρώσεις μια συλλαβή από το τραγούδι
Να πονάς σαν να ξαναγεννιέσαι
Τα τριζόνια τα ψάρια τα πουλιά-ιεροφάντες
Που μεγαλώνουν στη νύχτα
Αποσιωπούσαν το ζύγιασμα
Ό,τι στάθηκε όρθιο μετά την αγάπη
Ήταν εκείνο που μας πήγε ένα μονοπάτι πιο πέρα
Μια ανεπαίσθητη χαραγή ανάμεσα σε μνημεία
Βόσπορους και Φρίκες
Όρθρος-πρωινή ελεημοσύνη σε ήρωες ποιημάτων
Που ποτέ δεν θα πάρουν τη θέση τους
Στην αληθινή ζωή
Μένεις μόνος-άφωνος- με γυρτούς ώμους
Βαρείς από προσμονή απελπισίας
Κοιτάς από μακριά το κρυφτό της αλήθειας
Λιώνοντας ένα ένα τα τραγούδια που σε λιώνουν
Ίσα ίσα που θυμάσαι
Την τελευταία λέξη που την κράταγες
Να την πεις να τη γράψεις ανεβαίνοντας όπως ο πυρετός
Μισή μισή ως το αίμα των δαχτύλων
Κι ήταν η λέξη θάλασσα και τα τραγούδια η ίδια
Αλλά δεν έχεις πια ούτε φωνή ούτε δάχτυλα
Χωνεύεις τη θάλασσα το αλάτι
Προχωράς αόριστα σ’ένα βάθος τραύματος
Και πας όπου σε πάει
Ελπίζοντας να σε σκοτώσει πρώτο

Ιωάννα Κικίδου - Μπορούν;


Μπορούν δυο άνθρωποι να γίνουν πανσέληνος;,με ρώτησες...

Μπορούν,να ενώσουν το έσχατο κομμάτι της άγνοιάς τους,
σε ολότητα του ''εμείς'';

Mπορούν,να κομματιάσουν τις ενοχές τους,
σε επιμέρους ασήμαντες λεπτομέρειες;

Mπορούν,να οδηγηθούν στην κάθαρση
μέσω του συναισθήματος;

Mπορούν;

Aδυνατώ,να απαντήσω τι μπορούν δυο άνθρωποι...
Aν μιλούσαμε για ψυχές...
ίσως να είχα μιαν απάντηση...

Ορφέας Ομπρένοβιτς - Ο καθρέπτης της κυρίας Ο



Όλοι μου λεν ότι εσύ μου δείχνεις την αλήθεια.  Και σιγά μην σας πιστέψω…
Ποια είναι η αλήθεια?
Ξένα τα μάτια των αλλωνών, ξένα και τα δικά σου

Πότε λοιπόν κατάφερες να δείξεις κάτι από μένα?
Μια σιωπή μου, έστω…
Ένα ράγισμα του Νου, μια όψη από τη θλίψη μου, ένα κουρέλι έρωτα…
Αν ήξερες το πόσο εύκολα σε ξεγελούσα…

Σου έκρυβα τους πόθους μου με μάσκες κέρινες. Τίποτα, ποτέ, δεν σε άφησα  να καταλάβεις.
Στο πένθος μου, σου έστελνα χαμόγελα, ενώ έχτιζα τη σάρκα μου κάτω από στρώσεις πρέπει.
Τη μέρα που σχίστηκα στα δυο, εσύ προβάριζες το μαύρο μου φουστάνι. Μια θεατρίνα έδειχνες.
Εγώ αιμορραγούσα στη σκηνή και εσύ εστίαζες στον Σκηνοθέτη.

Αν ήτανε παράσταση η ζωή μου, θα σου έλεγα πως –  Ναι!
Σε χρειαζόμουν
Ήσουν το αναγκαίο ψέμα μου, για να προστατευθώ απ τις βρισιές – ή τα χειροκροτήματα.
Θα με έβγαζες από τη δύσκολη θέση να αποδεχτώ, ότι πίσω από τον κάθε Υποβολέα, παραμονεύουν τα λόγια που δεν άρθρωσα ποτέ.
Οι όψεις μου, που δεν έγιναν λέξεις

Ανόητος που είσαι!
Μια ζωή καθρέπτιζες, αυτό που έβλεπαν οι άλλοι.

Απ τον καιρό που βυθιζόμουνα στα παραμύθια κι εσύ μας παρουσίαζες ένα μετρίως συνεσταλμένο κοριτσάκι
κι από τα πρώτα κρίματα του έρωτα, τις βέβηλες και ανομολόγητες φαντασιώσεις,
που εσύ ηλίθιε,
τις μόστραρες σαν ανεπαίσθητες κοκκινίλες σε αθώα μάγουλα
κι από τις άγριες μνήμες της προδοσίας, κι από όλα εκείνα τα ταξίδια σε χωμάτινα κορμιά,
από τις προσευχές και τους θρήνους, που στοίχειωσαν τις νύχτες μου,
εσύ δεν έβλεπες,
παρά μιαν ελαφρά σκιά γύρω απ τα μάτια…

Έτσι και τώρα,
δεν βλέπεις μπροστά σου ούτε τον άγγελο, ούτε τον δαίμονα, ούτε το όνειρο ούτε τον θάνατο
και προπαντός, ούτε εμένα…
Είσαι ανίκανος να ξεπεράσεις τα επαργυρωμένα σου όρια και να βγάλεις στο φως
το πρόσωπο που θα αντικρύσει η Αιωνιότητα
Περιορίζεσαι σε ότι φτάνει το μάτι τους, να δούνε οι άλλοι
Τις βαθιές δαγκωματιές του χρόνου στο κορμί μου, τις ρυτίδες, τις ζάρες και τις ερήμους,
τον πάτο μιας λίμνης που στέγνωσαν τα νερά της.

Καθρεπτίζεις μόνον τις επιφάνειες, τις ράχες των πραγμάτων, γιατί ο κόσμος σου είναι επίπεδος,
μια πλάκα γυαλί, που πάνω της κινούνται μοναχά οι προβολές –  οι περιλήψεις των όντων.
Ποιος και γιατί να σε πιστέψει, εσένα, γυάλινε σαλτιμπάγκο?
Σου λείπει το Θαύμα…

Δέσποινα Μακρή - ΙΘΑΚΗ


Την Ιθάκη απαστράπτουσα αντικρίσαμε, χαρήκαμε .
Του  ταξιδιού το πλοίο εγκαταλείψαμε με βιάση.
Δίχως τύψεις, το όνειρο ανυποψίαστοι  χάσαμε.
Αλίμονο!
¨Όλα γύρω μας, άλλαξαν ευθύς
μορφές, ρυθμούς  και χρώματα
κι  εμείς φυγομαχούμε ακόμα
πιασμένοι στα δίχτυα της απάτης.
Δεν είμαστε ίδιοι πια
Κι ο ήλιος της αλήθεια
Κρυμμένος πίσω απ’ τα βουνά
…………………………………………
.Τι κρίμα !Εσύ στην ομίχλη κι εγώ στην ερημιά

Βαγγέλης Φίλος - Για λίγο




Φύσηξε, τότε, μια σιωπή και τον πήρε. Κι ήταν η πρώτη φορά που εκείνη ταράχτηκε. Και σήκωσε το χέρι, ως να ’θελε να τον κρατήσει.


Μα, πάλι ξέροντας, ότι ήταν αυτό μια ματαιότητα, χαμήλωσε το βλέμμα. Κι άρχισε, πάλι, εκείνο το σφυρί να κτυπά. Πρώτα μακριά. Κι ύστερα μέσα της.


Όμως, καθώς είχε συνηθίσει την μονότονη βροχή στο θολό τζάμι, άχνα δεν έβγαλε. Πέρασε τα δάκτυλα, σαν χτένι, στα μαλλιά και συλλογίστηκε. Και καθώς οι δυο παλάμες της ενώθηκαν για να στηρίξουν τη στιγμή της, κρύφτηκε το δάκρυ.


Κανείς δε βρέθηκε, εκεί, να μαρτυρήσει. Πίσω απ’ τα φώτα μιας αλήθειας, πλανήθηκε για λίγο η ελπίδα.

Αθανασία Γιασουμή - Ένας άνθρωπος κόσμος


Είθισται να σου μιλώ αισιόδοξα: 
για την πέτρα, το κουπί και το ανθισμένο κυκλάμινο.
Να παιχνιδίζω με τα αίματα 
κι από τα τραύματα να σου μαθαίνω το φιλί και τον ήλιο.

Τη συνήθεια αυτή, τη φαντάζομαι
σαν ένα διθέσιο αμάξι μόνο για Εσένα και για Εμένα. 

Κλέβω πολλές φορές που λες μέσα απ’ τα χέρια σου 
εκείνο το τεράστιο τιμόνι του εαυτού μου
και το γυρνάω αδέξια, πέρα ως δώθε 
για να μάθω τον κίνδυνο όταν είμαι μακριά σου. 

Τυλίγω γάζες, φτιάχνω μια εσάρπα με πληγές
που όσο τη σφίγγω
τόσο μαθαίνω να πεθαίνω και να αρχίζω
να αναπολώ τις στιγμές που σου μιλούσα αισιόδοξα.

Κι έτσι θυμάμαι τον κόσμο που μαρμάρωσε οικτρά τους ήρωες του
έτσι θυμάμαι, να μυρίσω τη φθορά μέσα απ’ το ρούχο του χειμώνα
-αλήθεια χειμώνιασε κι έβγαλε δόντια τούτος ο ήλιος-
Τσακίζω την πέτρα του ύστερα 
κι απ’ τα ναυάγια των καιρών ό,τι απόμεινε 
ένα ορφανό κουπί 
στα χέρια του μαστιγωτή Ποσειδώνα

Ακούω τη θάλασσα να κλαίει μέσα απ’ το αλάτι της, 
ακούω τα ψάρια στους βυθούς να συζητούν μόνο για θάνατο
Κι αφού έχω θάψει με τα τιμαλφή μου στους βυθούς 
τα αγριοχαμόγελα, 
τα μνημονεύω με το πέταγμα του κομμένου κυκλάμινου.

Αντεστραμμένη και η ίδια 
σαν ένα είδωλο κυρτό του εαυτού μου
θυμάμαι να επιστρέψω στο ταξίδι μας.
Να σου μιλήσω για την κόκκινη μπογιά πάνω στον τοίχο
-πόσο ομορφαίνει τη ζωή μας μια λεξούλα-
κι αρχίζω πάλι να ισορροπώ μέσα στα χέρια σου,
στις δικλείδες ασφαλείας του κενού μου. 

Κι είμαι ένας άνθρωπος. 
Κι είμαι ένας κόσμος.

Katerina Kosma - Ο Δάσκαλος και οι ΛέΞεις


 -Δάσκαλε.
-Ναι παιδί μου.
-Δάσκαλε, πες μου γιά τις λέξεις.
-Πάλι παιδί μου?
-Πάλι Δάσκαλε, πάλι.
-Καλά παιδί μου, αύριο.
-Δάσκαλε.
-Ναι παιδί μου.
-Θα μου πεις σήμερα γιά τις λέξεις?
-Αύριο παιδί μου, αύριο, σήμερα είμαι κουρασμένος
 ή μήπως άρχισα ήδη να σου λέω..
-Δάσκαλε, ήρθε πάλι το αύριο.
 θα μου πεις γιά τις λέξεις επιτέλους? 
-Εγώ σου λέω, εσύ δεν ακούς.
 Υπομονή παιδί μου, υπομονή χρειάζονται οι λέξεις.
 Να τις περιμένεις υπομονετικά πρέπει,
 όποτε αποφασίσουν ότι είναι χρήσιμες θα'ρθουν.
 Να μην τις εκβιάζεις τις λέξεις.
 Να παίζεις μαζί τους αλλά να μην τις κυνηγάς.
 Ακόμα και αν τις πιάσεις, κουρασμένες θα'ναι
 και χιλιοειπωμένες και ξένες.
 Να βγαίνουν απ'την καρδιά και την ψυχή σου οι λέξεις,
 το μυαλό να επιβλέπει μόνο,
 γιατί τι να το κάνεις το Ωραίο όταν είναι Ψεύτικο?
 Και όταν ανταμώνετε, να σιωπάς και να ακούς,
 μόνο τότε θα σε πάρουν μαζί τους σε ταξίδια,
 που μπορεί ν'αρέσουν σε πολλούς, ή σε κανέναν ή μόνο σε έναν.
 Μα μη νοιάζεσαι γιατί θα'χεις γυρίσει από ταξίδι εσύ
 και αυτοί θα στολίζονται γιά να αρέσουν
 και αυτοί θα συναγωνίζονται για να δυσκολέψουν
 των λέξεων και των νοημάτων τη ζωή.
 Αλλά τι νόημα έχει πες μου,
 κάτι όμορφο να ακούγεται αλλά πιό μέσα να μη φτάνει?
 Εσύ να γράφεις γιά πιό μέσα και πάντα από μέσα σου.
 Ποτέ να μη γίνεις Ποιητής ή Συγγραφέας,
 πάντα ο καθρέφτης της ψυχής σου να'ναι οι Λέξεις,
 να τις μοιράζεσαι γενναιόδωρα
 και να μην περιμένεις δώρα,
 γιατί καλλίτερο δώρο από τις Λέξεις σου,
 προσεκτικά διπλωμένες σε ένα κομμάτι χαρτί,
 δεν υπάρχει...και αυτές θα υπάρχουν γιά πάντα, δικές σου.
-Δάσκαλε...
-Τις λέξεις και τα μάτια σου παιδί μου!    -Κκ-.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: τέλος Σεπτέμβρη, όψιμες διακοπές σε μια παραλία κάπου στην Κατερίνη. Καιρός άστατος, κόσμος ελάχιστος. Ξεχωρίζει ένας κύριος επιβλητικός με ενδυμασία πλέον ακατάλληλη γιά παραλία. Τραβάει την προσοχή μου και σηκώνω τα μάτια από το βιβλίο μου, είμαι δεν είμαι 5-6 χρονών, βιβλιοφάγος από τα γεννοφάσκια μου,  ρίχνω κλεφτές ματιές στον κύριο που κοιτάζει με βλέμα απλανές τη θάλασσα γιά χρόνο που μοιάζει ατέλειωτος.  Ξαναπιάνω το βιβλίο, όταν τον νιώθω δίπλα μου να κλωτσάει βοτσαλάκια προς το μέρος μου. 'Ε, μικρή, δεν είσαι λίγο μικρή γιά να διαβάζεις αυτό το βιβλίο? -Όχι κύριε, δεν είμαι. -Άδεια ζήτησες? Από ποιόν? -Από μένα, δικό μου είναι, παιδί μου είναι...
Δε θα πω το όνομά του, ούτε το βιβλίο.
Του ορκίστηκα ότι δε θα αποκαλύψω το μυστικό του,
 πως ώρες ώρες αγαπάει τα βιβλία του και τα ποιήματά του περισσότερο από τους ανθρώπους,
γιατί πολύ τον πλήγωσαν.
Λίγο καιρό μετά έμαθα πως πέθανε.
Γιά τους άλλους που τον πλήγωσαν μπορεί,
γιά μένα όχι...

Vg Gv - ...Οδύνης αποδοχή...


Αφέθηκες στους πέντε ανέμους.....
ηθελημένα ή όχι.....
και σ' ευτελές άτι....
της πρώτης ευκαιρίας......
έφιππος καλπάζεις.....
Δεν συλλογίστηκες......
την κινδυνοφόρα του δάσους σιγαλιά.....
Έντρομος τώρα προσπαθείς.....
πορείες ν' ανακόψεις.....
Λίγο να ζήσεις πιό πολύ.....
στο διάβα του Θανάτου σου.......
Γέλα ν' ακούσεις ταραχές......
ήχων να νοιώσεις παφλασμούς......
Πως γέλασες τον Θάνατο να αισθανθείς.......
κι ύστερα αφέσου.....
στη λάμψη της λεπίδας του......
αιώνια να ζήσεις.......
Μη γελάς......
Ψυχή θέλει ο Θάνατος.....
να σε νεκραναστήσει....

Στέλλα Γεωργιάδου - Έξοδος


Κάπως έτσι θα πρέπει να είναι η κόλαση
Χαλύβδινοι άνθρωποι, αδιάφορα βλέμματα
ζέστη πνιγηρή, όχι απαραίτητα φωτιά
στεγνά μάτια, χέρια υγρά
Ακινησία
Εκπομπές ρύπων, χτύπων
ανούσιων συζητήσεων

Οι βασανιστές των ανθρώπων
δε θα ‘ναι άνθρωποι
παρά χαλασμένοι ανεμιστήρες
και βρώμικες παραλίες
Θα ‘ναι ο απέναντι ξεφλουδισμένος
αμετακίνητος γκρίζος τοίχος
Η άπνοια του απομεσήμερου
στην καυτή άσφαλτο

Ναι, κάπως έτσι θα πρέπει να είναι η κόλαση
Συνωστισμένες ψυχές σε αστικά λεωφορεία
με κλειστά παράθυρα και αναθυμιάσεις νίτρου
με αλλοιωμένους τους ιδρωτοποιούς αδένες
χωρίς οδηγό χωρίς προορισμό
σ’ ένα ατέλειωτο πέρα δώθε των πόλεων

Από τα χρώματα και τα όνειρα
θα λείπει το πράσινο, το κυανό, η πορφύρα
κι όλα τα μενεξεδιά του σούρουπου
Μόνο μουντά γκρίζα και χλωμά μπεζ
στις όψεις των σπιτιών και των ανθρώπων
Ίσως, και κάποιες χαραμάδες φωτός
μακρινές σαν νοσταλγίες
ίσα για να θεριεύει
το άλγος της απώλειας

Κάπως έτσι -σκεφτότανε- θα 'ναι η κόλαση
Αναγκαστική επιβίωση κατά μόνας
με παιδιά που γεννιούνται γερασμένα
εις το διηνεκές ομοιότροπη ασθένεια
Απαράλλαχτα ίδιες οι νύχτες, ανονείρευτες
και οι μέρες, αφόρητα εργοστάσια κανόνων
Κατεδαφίσεις σκέψεων με αντιπαροχή
και ποσοστό διαπραγματεύσιμο

Δεν τον ένοιαζε, στ’ αλήθεια, η κόλαση
μόνο πίνακες έφτιαχνε μ’ άραχνες σκέψεις
και τους κοίταζε, μειδιώντας επίμονα
καθισμένος στην άκρη του κήπου
Όσο ακόμα του επέτρεπε
ο γαιοσκώληκας                                
που χαμογελούσε περιπαικτικά
δαγκώνοντας ελαφρά το παπούτσι του.

Tas Sos - Στα ύποπτα στενά χώνεσαι


Στα ύποπτα στενά χώνεσαι
 στις αποβιομηχανοποιημένες περιοχές
της τέως διοικήσεως πρωτευούσης
σαν παράνομος αλλοδαπός
ένας αμήχανος ίσκιος
ένα κουρέλι στον νυχτερινό άνεμο
ένας κυνηγημένος παρεκκλίνων
μετά απ’ την ταφόπετρα
στην χαρούμενη οικογένεια
και τους χεσμένους φίλους

στα ύποπτα στενά χώνεσαι

στου ξεσκισμένου νόστου
τα θλιβερά υπολείμματα
ένας γαμημένος ίσκιος
στα ηλιοβασιλέματα
πίσω από ερείπια εργοστασίων
από άδεια καφάσια
και χρονίζοντα μπάζα

στα ύποπτα στενά

με τους φτωχοδιάβολους παρέα
το σβησμένο βλέμμα
τα βρώμικα δάκρυα στεγνωμένα
από μια παγωνιά ξέμπαρκη
στις άκρες ενός σερνόμενου κόσμου
σε μια κηλίδα ανεξέλεγκτη
στα ξερατά ηττημένων αγίων

χώνεσαι