Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιήματα Γιάννη Αναστασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιήματα Γιάννη Αναστασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2 Νοε 2012

Σύνεση

Χαμένος. Κυκλωμένος απ’ του εαυτού μου τη συνήθεια.
Ω σύνεση, πόσο σ’ έχω ποθήσει! Αν ήθελες να ρχόσουν
Να ταχτοποιήσω μαζί σου το χάος που ‘ναι οι ώρες μου!
 
Ω σύνεση, δεν είναι πως δεν με καταδέχεσαι
Πως με θεωρείς κατάπτυστα αλλοιωμένο
είναι που σε αποπέμπω- γιατί είναι ίσως βολικό
το να χαζολογώ δίχως τη σπίθα σου.
 
Ω σύνεση, αν ήξερες, πόσο πικρά φορτώθηκα
τις αμαρτίες μου!
Πόσο αξιοθρήνητο, κατάντησα
θέαμα ελεεινό!
 
Ω, φοβάμαι τον εαυτό μου σύνεση!
Αν σ’ εμποδίσω, τότε, πως θα λυτρωθώ;

Σα μια ζωή

Είναι κρουστό το εμπόρευμα της λύπης
σαν τις αγάπες στα στέρνα.
Κάθε άνοιξη αναπτερώνεται το ηθικό των πεταλούδων.
Κυοφορείται ο χειμώνας
αλλά μέσα στη λήθη χαμογελάμε.
Όταν βυθιζόμαστε στην πλάνη
νίπτουμε τα χέρια μας ως Πιλάτοι.
Αστερισμοί και δοξασίες
πολύφωτα της δόξας μας.
Οι οιμωγές στο πλακόστρωτο χυμένες
στα σπλάχνα μας χτισμένες
αλλά εμείς σαν ποτάμι ξοδευόμαστε
στις πέτρες και απλωνόμαστε.
Κάθε άνοιξη λογαριάζουμε απ' αρχής
σα να ξεκαρφώνουμε το παλιό σπίτι
και ετοιμάζουμε το νέο σχέδιομε το παράθυρο στον ήλιο.
Κρουστή η λύπη
μ' ενάντιο ξέγνοιασμα βρέχουμε τους τοίχους
ασπίδα, σαν το κέλυφος του αυγού
που θα σπάσει με το πρώτο τσούγκρισμα.
Αλλά ΄μ' αυτά και με τ' άλλα διαβαίνουμε
σα χίμαιρες πολιορκώντας τ' άστρα
καικαταλήγουμε στη θάλασσα
σ' ένα επικίνδυνο ταξίδι
αρθρώνοντας όλη την ελπίδα μας στους βυθούς
ψελλίζοντας ψυθυριστά μια προσευχή.

4 Ιουλ 2012

Ο χρόνος και η εικόνα

Κι εκλαμπρυνόσουν αφάνταστα
πλάθοντάς με
Σημάδι πως ο καιρός έφτασε
κι η ποίηση έλαβε μέτωπο
κι ο χρόνος συστολή. 
Μίλαγες με τόση τόλμη
καθώς Άνθιζες
Κι είχα ξεχάσει ποιος ήμουν
-ένας θνητός-
Και κυνηγούσα το Δράκοντα
για να τον σκοτώσω
-καταλάθος ένας Αι- Γιώργης. 
Πόσο δεν παρακάλεσες 
για τούτο θαύμα!
Α, και να ήξερες κοπέλα μου!
Έτοιμος σχεδόν ήμουν ν’αναληφθώ στον ουρανό
κρατώντας σε από την χούφτα.
Μα τούτο το ‘σχεδόν’
είναι που όλα τα χάλασε.
Ω να ‘ξερες! Ω, να ‘ξερες!
Έζησα χωρίς να ζω
Και περνούσαν από πάνω μου
Αλέτρια οι αιώνες
Θανατερά ξαναζωντάνεψαν όλοι οι Εφιάλτες
ώσπου και διάβηκα
κείνο το Πέρασμα
Κι ανακάλυψα πάλι Μέσα μου 
Άφθορη, ολάκερη
την Εικόνα σου
Την δική σου αγαπημένη εικόνα, Αγαπημένη.

10 Απρ 2012

Ποίησή μου ακριβή!

Εκδίκηση πήρες φοβερή
όπως όλες οι Ωραίες
φεύγοντας κι εγκατλείποντάς με.
Μ' άφησες να σε νοσταλγώ
αιμάσσοντα
μες σ' ό,τι
όσοι δε σε γνώρισαν
ονόμασαν 'Πραγματικότητα'.

12 Μαρ 2012

Ύστατη δικαίωση

Ύστατη δικαίωση
------------------, .---------------------------------------------------
Με τόση ακράδαντη βεβαιότητα πυρπόλησα τα χέρια μου!
Τη σιωπή μου εξαγόρασαν οι Ερινύες.
Έγινα ένα φριχτό τελος για όλες τις ελπίδες.
... Μια πεθαμένη αποκάλυψη.
Τα ιστιοφόρα με τις μαύρες σημαίες φέραν το μαντάτο.
Η πόλη καίγεται.
Τουρίστας της δικής μου ειμαρμένης αξιοποιώ τις ευκαιρίες για μια ύστατη δικαίωση.
Μοιράζω το σπίτι μουτα χωράφια μου, το μυαλό μου.
Κρατάω μια σπιθαμή μόνο αέρα για μένα.
Ίσως έτσι να με συγχωρέσω.
 

2 Μαρ 2012

Απόπειρα διαλόγου

Την ώρα που μιλας
καθώς χαλνας τον αστερισμό της μοναξιάς
και καταγίνεσαι μ' ένα ξένο σύμπαν
... απουσιάζει εκείνη η αρχαία συνθήκη
όπου τα μέλη συγκροτούνται σ'ένα σώμα
και πολεμάς να ξεγεννήσεις ένα αλλότριο βρέφος.
Θαυμάζεις την τόση ανημπόρια:
Η μάνα ανέτοιμη παίζει ακόμη με τις κούκλες της
κι εσύ που έσπευσες και πάλι πρόωρα
κλείνεσαι πίσω από κουρτίνες αδιάφανες
ξαναγίνεσαι μόνος.

15 Ιαν 2012

Δε θάρθει μι' άσπρη μέρα;




Δε θάρθει μι' άσπρη μέρα
τα περισσότερα να πούμε;
Το μεγάλο ποτάμι να διαβούμε;
... Δε θάρθει μιαν άσπρη χελιδόνα;
Οι κλειδώσεις μου γυρίσανε στα μέσα΄
αίμα και δάκρυ στης θάλασσας τ' αλάτι.
Δε θάρθει ο γυρισμός;

Αίμα και δάκρυ στάζει μια γκρίζα μέρα
σταγόνα η κάθε μέρα γεμίζει το τσουκάλι
άμα γεμίσει σπάζει μιαν κρύαν ώρα.

Εσχόλασε η τέχνη μου φίλε και αδερφέ μου
τώρα σε άπλετο κενό βαδίζω φοβισμένος.
Αν βρω αν δω αν ζήσω και πεθάνω
έχει καλώς, αλλιώς νερό που χύθηκε
αδίκως.

25 Δεκ 2011

Σήμερα



Σήμερα όπως συνήθως
περιμαζεύω τη σιωπή μου.
Σήμερα κοιτάζω χωρίς να βλέπω
ψάχνω χωρίς να βρίσκω
ζητώ και δεν μου δίνεται.
Σήμερα αναρωτιέμαι
το λάθος που κάνω
και δεν το βρίσκω.
Σήμερα φοβάμαι
πως δεν έχω ελπίδα
φοβάμαι ότι δε θα μπορέσω
Αισθάνομαι πως έχω πεθάνει.

Φλυαρία


Σαν κάθομαι και μελετώ λόγους ποιητικούς-και  όχι του καθένα

το νιώθω περισσότερο πόσο παράταιρο είναι να μιλά κανείς

για κείνα που τα νιώθει μέσα στα βαθιά του,

 την ήρεμη επιφάνεια με κοχλασμούς και ρύπους ανακινώντας-

με πρόσχημα δήθεν κάποια ανάγκη…



Θα ‘ταν καθόλα ταιριαστή η σιωπή-

μήπως και αυτοί οι λόγοι αυτό δε δείχνουν κατά βάθος;

Αλλά ζωή, άσε με να φλυαρώ-πικρή ζωή

εξαγοράζοντας λίγο από τον θάνατό μου…



Την κάθε μέρα ανέλπιδα πολιορκώντας,

και κείνα που άφησα μακριά

και τούτα που δε θέλω,

κι όλα όσα ξέρω μυστικά

θανάτου προμηνύματα

που αποσιωπώ,

και στέργω

ως αφελής να συναλλάσσομαι

για να δηλώνω σώφρων,

μες στον τρελό καιρό…



Μα κι άλλα που δεν αφορούν κανένα

α, κείνα πως με αγκυλώνουν

από παλιά σοκάκια και δρόμους χωρισμού,

κι ακόμη κι άλλα

αμίλητα που ‘χει η ψυχή προπάντων απολέσει

και ένα διακύβευμα μοναδικό

(του χρόνου)

σα σώνεται ο καιρός…

Καβαφική μελέτη


Δυστυχώς δεν ακούσαμε τον ποιήτή που προειδοποιούσε: 'Κι αν δεν μπόρεσες να κάνεις τηνζωή σου όπως θες τουλάχιστον μην την εξευτελίζεις'

και πονάει τόσο η ώρα της επίγνωσης

πάντα καθυστερημένη

ένα επαρκές χρονικό διάστημα

που να περιλαμβάνει την ατίμωση

σα χτες και σα προχτές και πάλι ξανά...

'Σε καταδίκη είναι όλες οι προσπάθειές μας γραφτές'

και πάλι προειδοποίηση για την ατέρμονη μεταμέλεια

'η πόλη θα σ' ακολουθεί'

η βία του παρελθόντος

το βάρος του στην ψυχή μας

'πως γύρω μας έχτισαν τείχη'

που υποτίθεται πως δε προσέξαμε

'και τα παράθυρα δεν ανοίγουμε'

τόσο που συνηθίσαμε την νύχτα

και μας φοβίζει κάθε αλλαγή

'περιμένοντας' μόνο 'τους βαρβάρους'

για την τελική πράξη της απολύτρωσης

που ποτέ δεν έρχονται

να μας βγάλουν απ' τη φορτική μικρή ζωή

που άλλο δεν αντέχουμε.

'Ας αποχαιρετίσουμε' λοιπόν

'την Αλεξάνδρεια που φεύγει'

ποτέ δεν ήταν δική μας

και ας ξεχάσουμε το ταξίδι

ποτέ δεν ξεκινήσαμε

να βρούμε την Ιθάκη

'και τα σβησμένα κεράκια πίσω μας αυγαταίνουν'

αφήνοντας μας

τη στυφή γεύση

του αναπόφευκτου

θανάτου.

17 Νοε 2011

Τι ψυχή θα παραδώσουν;

΄Ηρθαν οι ιερείς τους και μας είπαν πως δεν είμαστε έλληνες αλλά μόνο ανθρώποι -λες και το ‘να εμπόδιζε το άλλο (οι απάνθρωποι)- και πως είναι απαράδεκτος δογματισμός να πιστεύουμε σε έναν αληθινό Θεό-υπάρχουν τόσοι, και δω έχουμε δημοκρατία, μας είπαν. ΄Ηρθαν οι λογιστές τους να καταγράψουν το χρέος μας, μας είπαν πως δεν ‘φταναν να δουλεύουν δέκα γενιές και πως μας συνέφερε να γίνουμε σκλάβοι. Αυτοί που ψηφίσαμε… ούτε κι αυτοί ήταν Έλληνες (αργά το καταλάβαμε Ελλάδα), δεν πίστευαν παρά μόνο στον Παρά και στο Μεγάλο Αδερφό που ‘γρήγορα θα ‘ρχόταν για να μας απαλλάξει (‘λέγαν) από τη κακό και τη μιζέρια’. Και τα παιδιά; Ε, τόσο καιρό πεινάνε και πεθαίνουν παιδιά, αν ήταν ως τώρα μακριά και δε μας κακοφαινόταν, ε, τώρα τι να κάνουμε….



Σωπαίναν οι γυναίκες, άλλες μάνες παλιάς κοπής μαυροφορούσες θυμίζοντας, και οι άντρες που ‘χαν μείνει θυμήθηκαν τον μεγάλο ποιητή που μιλούσε για τα σταυρουδάκια του ήλιου στα γυμνά στήθη των παλικαριών και κατείχαν πως όπου να ’ναι όλη τους η ζωή θα ξεσκέπαζε το σκοτεινό της μυστήριο και ‘τοίμαζαν με δέος τις καρδιές τους για να μη φερθούν σαν ακατάδεχτες του θανάτου...
Αλλά…δεν ήταν μόνο για τούτα έλληνες (ή ‘ανθρώποι’, σιγα τώρα μη μαλώσουμε για την τιμή), αλλά γιατί την κάθε μέρα την πέρναγαν γελώντας όπως πάντα, αν και ξέροντας…

Και παραξενεύονταν αλλόκοτα οι Άλλοι που δεν τρομάζαν, το λόγο μη καλά γνωρίζοντας. Μα κείνοι παραξενεύονταν μαζί τους, καθώς θυμόντουσαν καμιά φορά τα λόγια της μάνας τους: ‘Τούτοι οι ‘μαύροι’ τι ψυχή θα παραδώσουν;’

13 Νοε 2011

τρομεροί καιροί

Καρατομημένη ανάγκη
πονάει ο καιρός
σα ρημάζει με υπομονή
τα σώματά μας η αγκύλη.
'Φίμωτρο στα σκυλιά'
ουρλιάζει ο χοϊκός
των δαιμόνων τα τέρατα συναντώντας.
Μα είναι οι ουρανοί
νομίζω εντεταλμένοι
να συνάξουν τον καρπό
και θέλουν σφυρήλατη την ψυχή μας
απ' του κακού το καλέμι.
Όρνια που σάπισαν
στον ίσκιο του κάτω κόσμου
λέκιασαν το ξημέρωμα
και η βουλή των ανθρώπων
ιδιωτεύει στα χώματα
ελπίζοντας να δώσει ο Θεός ανασαμό
στο στάχυ και στο πέλαγος.

11 Νοε 2011

Μήπως με ξέρετε;

Πήγα στην κουζίνα αμήχανος όπως πάντα απέναντι στα γεροντάκια
άπλωσαν μόνα τους τα χέρια μου σε μια εναγώνια ερώτηση
εκείνη ανταποκρίθηκε με τράβηξε και με φίλησε,
η μάνα έχει από καιρό ξεχάσει όλόκληρο το παιγνίδι της αξιοπρέπειας
όπως τουλάχιστον θαρρούν οι άνθρωποι, παραπατάει και ξεχνάει,
αλλά βρίσκει πάντα το κουράγιο ν' αγαπά
κι αυτό θα την κάνει αθάνατη,
ο γέρος έστιβε πορτοκάλια, θές; με ρώτησε
περιμένοντας να του πω όχι, ναί, έγνεψα
κι έπειτα σκέφτηκα πως αν μπορεί κι υποκρίνεται τόσο επιτυχημένα
θα του βγάλω το καπέλο πριν τον σκοτώσω.
Γύρισα απ΄την άλλη, το ρολόι χτυπούσε τρις και μια παλιά αγαπημένη
με ρώτησε: κατά τ' άλλα; ποιά άλλα; αποκρίθηκα
βλέπετε είχα κι αυτό το συνήθειο ν' απαντάω σοβαρά στις τυπικές ερωτήσεις
όπως τι κάνεις; χάλια, και να γελάω με τον εαυτό μου
φόρα παρτίδα μπρος στους άλλους χωρίς να με παρεξηγώ.
Είχανε βλέπεις τελειώσει τα τρένα κι έπρεπε κάποιος
να σώσει αυτό τον μικρό μίσχο της μοσχομολόχας απ' την κατστροφή.
Ετσι έγειρα αλλόκοτος το βράδυ σ' ένα ξέφρενο ποδοβολητό αλόγων
που περνούσε απ' το παράθυρό μου.
Κοίτα να δείς! σκέφτηκα μ' επισκέπτονται ακόμη οι ήχοι των παιδικών διηγημάτων
Δεν ήθελα πολύ, κοιμήθηκα αγκαλιά με τη τύψη.

3 Νοε 2011

ένα ποίημα για τους απελπισμένους

Μικρές εκτινάξεις ευτυχίας σα σπέρμα από τους αγωγούς του σύμπαντος ή σα χάδι από το Θεό-και τι να πεις;
Μικρές υπενθυμίσεις- μετά από την συσσώρευση ακροτελεύτιου πόνου μοιάζει τελείως ανάρμοστο στο εξεγερμένο πνεύμα μια τοιαύτη χάρη…
Και μια κίνηση μεγαλοθυμίας ενάντια στο δίκαιο,( χα χα!), πράγμα τρομερό για τους αναμένοντες την θεία εκδίκαση των υποθέσεών τους…
Αλλά δε φταίω ‘γω που ανθίζουν κάθε χρονιά τα γιασεμιά πάνω στο βρώμικο αυτό πλανήτη, όπως τα χαμόγελα στις ψυχές των καταδίκων σα σκέφτονται τη χάρη που τους δόθηκε την τελευταία στιγμή- κι είναι ‘για πάντα’ ( παράξενο πράγμα να σου χαρίζεται η ζωή δια παντός).
Και συ που έπαψες πια να μ’ ενοχλείς τα βράδια- από τότε που σε είδα ζωντανή έφυγες από τα όνειρά μου, αφήνοντας εκείνο το τεράστιο κενό που είχα και πριν έρθεις…
Πως αναμιγνύονται μέσα μου όλες οι αισθήσεις, πως χαίρομαι και λυπάμαι με τον ίδιο σιωπηλό σπασμό- πως λατρεύω τούτη τη καινούρια μέρα (που μου χάρισες Θεέ μου!. Μαζί με τα τραγούδια είναι πάρα πολλά για μια ψυχή που σε ξέχασε…).
Ας είναι, ας είναι τούτο ένα ποίημα για τους απελπισμένους…

15 Οκτ 2011

μνήμη βρυκόλακας

Σουλατσάρει το ψάρι στο βυθό
κι η ακριβή θωριά σου στ' όνειρο.
Είμαι γεμάτος τρύπες
χώνω τα δάχτυλά μου δε πονώ
βγάζω κάτι σα πύο- θα φταίει η πανσέληνος.
Είμαι άδειος κατρακυλάω στο χώμα
σα τσουβάλι σα περιπέτεια.
Είμαι κενός οδηγός τυφλών
ο μέγας τυφλοπόντικας
έχασα τα μάτια μου και το μυαλό μου.
Πισθάγκωνα δεμένος
ανταλάσσω χειραψίες
κι έχω ένα σουγιά στην παλάμη
που τρυπάει τα χέρια τους.
Μελοδραματικά υφίσταμαι το τέλος
πριν καν υπάρξω πριν κλάψω.
Χώθηκα στη γη για να τη συνηθίσω
πανάξιο πτώμα με τη χειρονομία της φυγής
κι ήρθες εσύ σαμποτερ του θανάτου μου
με μνημες που αγκυλώνουν και με κόβουν
με ξέθωρα μάτια ικετευτικά
με την άδικη προσμονή
με τα βάραθρα.
Θάρχεσαι να μου επιστρέψεις το εγκλημά μου-το δίχως άλλο.
Μα να ξέρεις: εμένα σκότωσα.
Κι ο πόνος ξέσκισε τα σώματα
πέρασε αντίπερα
άλαλα στόματα αφήνοντας πίσω
μια οπτασία που μεγαλώνει σε ηλικία με το χρόνο
γιατί εσύ είσαι πάντα ίδια
εκείνον τον καιρό
στο σταματημένο μυαλό μου
με τα άναρθρα επιφωνήματα
και την τόση πίστη.
Όλο τον σπαταλημένο καιρό μάτια μου
προσέχω πολύ στα όνειρά μου
να μη σ΄αγγίξω ακριβή μου
να μη χαλάσω τον ιστό σου
παγίδα μου.
Αν ένα εντομάκι είμαι
και μ'έχεις καταπιεί
εγώ το θέλησα.
Είμαι γεμάτος τρύπες
και σ' αγαπώ-
το ξέρω: άδικα.

4 Οκτ 2011

Ο μαύρος ποιητής


 Όλες αυτές τις περιττές αναφλέξεις του ουρανού στο ηλιοβασίλεμα
το ασήμι που άδικα έχυσε στη θάλασσα το νύχτιο φεγγάρι-
-ποιός δεν πέθανε φτωχός;-
τα άστρα που ευθύνονται για τόσες μυστικές εξάψεις
τόσες κρυφές και θείες υποψίες
ολότελα θα σβήσω αποσιωπώντας τα απ’ την ποίησή μου.
Γιατί είμαι ο μαύρος ποιητής
κι έχω κακία μαύρη σωρεύσει.
Και θα χω ήχους από συρίγματα φιδιών
και μορφές Ηφαίστειες βυθισμένες στον ιδρώτα και στο μολύβι
αναταράξεις σεισμών κροταλισμούς πιθηκισμούς καμώματα γελοία
ευτελίζοντας θα καταξιωθώ
ο μαύρος μες ως την ψυχή
ο ρημαγμένος ποιητής.
Τα κάρβουνα θα υμνήσω τις στάχτες των οστών την τέφρα
το σκουλήκι το αφανές μες στον καρπό
και την φωτιά που καταπίνει και βιός και δάση.
Πυρπολημένος είμαι τρομερός ο μολυβένιος σταχτής στην όψη
και χειροτερεύω συνεχώς στην κολασμένη ζήση
εγώ ο μαύρος ρημαγμένος ποιητής.

Και καλό θα είναι: μακριά μου.
Η ομοιοπαθητική εδώ δεν λειτουργεί.
Στην κόλασή μου θα σας τραβώ ολημερίς
αν αφεθείτε στις γητειές μου.
Και σας λυπάμαι μαύρος είμαι δε θέλω άλλους όμοιούς μου.
Η σήψη μια τιμωρία τρομερή που εφεύραν άσπλαχνοι θεοί
δεν ήμουν πάντα έτσι.
Αλλά δοκίμασα κάθε πικρό φαρμάκι κάθε λαχτάρα μέθυσα ως το πρωί.
Λευκός λαμπρός σαν την αυγή μέχρι τον εωσφορικό λοιμό.
Και κατατάχτηκα να πλέω στο σκοτάδι
και μαύρα λόγια απ' την ψυχή μου να ηχούν
ακόμη κι αν με φτύνετε μείνετε μακριά μην μολυνθείτε.
Βάρος ασήκωτο πιότερο του θανάτου ή της κόλασης τα άλγη
να υμνώ το ανάστροφο στην πλάση
μαύρο σταχτί και μολυβί
ο ανάξιος ο πρώην ο ποιητής.

18 Σεπ 2011

οι τριακόσιοι







Χλιαροί οι εναπομείναντες τριακόσιοι.
Είναι εκεί στις επάλξεις.
Δεν μπορεί να είναι αλλού.
Δεν μπορεί να είναι σίγουροι.
Μήπως οι Πέρσες δεν έρθουν;
Μήπως δεν χρειαστεί να πολεμήσουν;
Οι Σπαρτιάτισσες τους περιμένουν. Και τα παιδιά τους.
Και το χωράφι κάτω απ' τον ήλιο
με το μεστωμένο στάρι.
Ελπίζουν πως οι Πέρσες δε θα 'ρθουν.
Πως δε θα χρειαστεί να πολεμήσουν.
Σπαρτιάτες είναι γιατί μένουν στις επάλξεις.
Για τίποτε άλλο.

καλύτερα ο ποιητής να κοιτάει ένα τοίχο







Καλύτερα ο ποιητής να κοιτάει ένα τοίχο.
Δε μπορεί να γράψει in vivo, την ώρα των γεγονότων.
Πρέπει να γίνουν οι μορφές σκιές
να εξατμιστούν να συντμηθούν να εξορυχθεί το εσώτερο νόημά τους.
Γι αυτό ο ποιητής πρέπει να έχει απέναντί του ένα τοίχο.
Σύμβολο της μοναξιάς του. Της απουσίας της ροής του κόσμου.
Της κάθετης πρόθεσής του.

Η εικόνα του φιλοσόφου







Χιόνι αδιάστατο στο πετρωμένο κεφάλι
Στις κόχες πολλές σταλαγματιές
και η γραμμή του στόματος σφιγμένη.
Κάποτε χαμογελούσε, ένας θνητός του περασμένου αιώνα
που τιμήθηκε μ' αυτήν την χοντροφτιαγμένη προτομή.
Στο πάρκο η πέτρα στεκόταν αμετάβολη στη χειμερινή κακοκαιρία
όπως όλες οι πέτρες όλων των αιώνων.


Μ' αρέσει να συχνάζω στα αγάλματα
όπως κι ανάμεσα στο πλήθος.
Αν σταθείς τυχερός θα συναντήσεις κάποτε εκεί
έναν άγιο ή ένα σοφό.
Μια φορά είδα την προτομή του Σωκράτη
σ' ένα βιβλίο ιστορίας.
Έκτοτε η λάμψη του μ' ακολουθεί.
Έχεις την εντύπωση ότι είναι
ό.τι περισσότερο μπορεί να βρεθεί σ' έναν άνθρωπο
αποτυπωμένο με τέχνη στο σκληρό εκμαγείο.
Το μαρμαρωμένο φως της σοφίας
η μορφοποιημένη αίγλη της έκστασης.
Αυτό το πρόσωπο που ‘λέγαν άσχημο
μου φανέρωσε όλη την ομορφιά.
Και φαίνεται πως αυτό το στιγμιότυπο
στο γύρισμα δυο σελίδων άρκεσε
για να φυλάξει ολόκληρη την μοναδικότητα ενός κόσμου.
Και έκτοτε δεν το ξανακοίταξα.

Το ρήγμα και ο καιρος







Μικρές ευθιξίες
εύθραυστες προσδοκίες
στα όρια ενός 'δήθεν' καιρού.
Όλο το παρελθόν για ασπίδα
επιλεκτικά αναπροσαρμοσμένο
απ' την έρπουσα μνήμη.
Απ' τον κοχλασμό των λόγων
ένα αγκάθι
απ' την απουσία των γεγονότων η ολιγωρία.
Στρογγυλεμένοι στο λίγο και στο μικρό
ν' αποφαινόμαστε για το μεγάλο.
Ένα ταξίδι στα ρηχά
μετά από καταποντισμούς και θεομηνίες
είναι ξεκούραση;
Ή βάλτος είναι να ξεχνάμε την τέχνη του πολέμου;
Όχι πως σ' αποθύμησα μαύρε αετέ
αλλά έλπιζα σε μια πανήγυρη πανίδας.
Τα μικρά μου κατοικίδια το ψαράκι και το τζιτζίκι
μ' ευφραίνουν κάπως τις στιγμές του γυρισμού
μα ανεκπλήρωτη η ώρα
χάσκει επιπόλαια ψευδόμενη
πάνω απ' το ρήγμα του αφανισμού.