14 Δεκ 2011

Ηρωικό και Πένθιμο άσμα ενος Πρωην Ποιητή του Μεγαλοχωρίου Κολοπετινίτσας (αστόχως διεκδικηθέντα και από άλλα τινα γειτονικά χωρία)

Γράφω περιμένοντας να κοιμηθώ, να ναρκώσω το ταχύτερο τη σημερινή θλίψη, που γεννά τούτη η βάσανο των συνεχών ψαξιμάτων. Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς, μήπως απλά διαπιστώνουμε ότι δεν έχουμε το απαιτούμενο θάρρος για να αλλάξουμε τη ζωή μας; Όπως και να χει το αβίωτο είναι η πιο βασανιστική μνήμη. Και ποιός να σε βοηθήσει να σταθείς, ποιός άλλωστε στέκεται αντί να ρολλάρει φυγόκεντρα σε μια σβούρα καθημερινής παραφροσύνης. Τι κι αν φταίω; Τι αλλάζει με αυτήν την παραδοχή, πόση σημασία έχει; «Μόνος μου κατ’ εμαυτού εκφέρω την ψήφον...» κ.τ.λ. Κάτι λείπει, σίγουρα κάτι λείπει...

Κι αφού συνήθισα πια να καταφεύγω στις λέξεις, πράγμα που δε θεωρώ καθόλου κακό (το συστήνω), γιατί δε μου φταίνε οι λέξεις, αντίθετα μου προσφέρουν μια μικρή, αν και ίσως πικρή, παρηγοριά, ας συνεχίσω. Άλλωστε κι αυτά τα κολλυβογράμματα που μάθαμε στο σχολείο πρέπει κάπου να χρησιμέψουν, δεν μας σταθήκανε δα και πάρα πολλά χρήσιμα (και δικαιώνουμε πάραυτα και το αρχαίο ρητό: ‘Μάθε τέχνη κι άστηνα...’). Ακόμη πιο σπουδαίο είναι το γεγονός ότι αν καταφύγεις στους άλλους αυτό μπορεί να έχει διάφορες αρνητικές παρενέργειες, παράδειγμα να τους ανησυχήσεις (και μάλιστα τελείως άσκοπα) ή να τους χαροποιήσεις (ακόμη χειρότερα). Με την επιμελημένη μεταμφίεση του πόνου σε έργο τέχνης όμως κερδίζεις δύο πράγματα. Πρώτον ό,τι τελωσπάντων είναι αυτό που θες να πεις παίρνει αντικειμενική διάσταση με πολλαπλές αντηχήσεις (όσοι και οι αναγνώστες). Δεύτερον εκτονώνεσαι λίγο, προσωρινά, προσφέρεις κάπως και λίγη παρηγοριά σε όσους περισσότερο ή λιγότερο ομοιοπαθείς σε διαβάσουν. Αν τα πράγματα είχαν αλλιώς θα προσέθετα πολύ πιθανόν ότι αποφεύγεις και την κρεμάλα ή το περίστροφο (μάλλον την κρεμάλα γιατί το δεύτερο δεν είναι τόσο εύκολο- αστεία πράγματα, αλλά μπορεί να καθορίσουν την μοίρα ενός ανθρώπου). Αλλά τα πράγματα δεν έχουν αλλιώς, είμαι απόλυτα πεπεισμένος μέχρι τα έγκατά μου ότι είμαστε ανεπίστροφα καταδικασμένοι στην ύπαρξη. Και φυσικά όχι για κακό. Αλλά ο Αδάμ έφαγε το μήλο, ο Καίν έγινε φονιάς και ου το καθεξής, από την αρχή της ανθρώπινης ιστορίας μέχρι σήμερα ο άνθρωπος μιαίνει την πλάση με λογής ανοσιουργήματα. Αν δεν στάθηκε αρκετή ούτε η θυσία του ίδιου του Θεού δε ξέρω, δε ξέρω... Κρατάω μια πισινή βέβαια, δε ξέρεις τι φέρνει η ζωή. Την απελπισία μου να λειάνω, καταντώντας τη μια έναρθρη κραυγή, προσπαθώ και τίποτε άλλο, δεν επιδιώκω φυσικά την ματαιότητα των επαίνων. Αυτό που δε ξέρω είναι αν θα ‘γραφα χωρίς τον ίσκιο ενός δυνητικού αναγνώστη, αλλά και πόση σημασία έχει; Αρκεί που περνά η ώρα, που από την ανάγκη να γράψω εύληπτα απασχολώ το μυαλό μου κάνοντας πλέον τον πόνο να ηχεί υπόκωφα. Για λίγο; Για λίγο. Στο εντωμεταξύ θα ενεργήσει και το χαπάκι, και όπως και να το κάνεις, να ένα πράγμα ακόμη της σύγχρονης επιστήμης που μερικές φορές μπορεί να σου φανεί χρήσιμο... Αλλά μέχρι τότε δεν φεύγω από τον υπολογιστή. Θα επινοώ καινούρια θέματα, καινούριες παραλλαγές, θα αναδεικνύω καινούριες διαστάσεις, κι όταν αρχίσει να δρα το χάπι και δε θα μου είναι τόσο εύκολο να σκέφτομαι ή να γράφω τις σκέψεις μου, πάλι θα γράψω, κάτι απλούστερο αυτή τη φορά, όπως: φεγγαράκι μου λαμπρό... (και τι να έχεις απογίνει...)

17 Νοε 2011

Τι ψυχή θα παραδώσουν;

΄Ηρθαν οι ιερείς τους και μας είπαν πως δεν είμαστε έλληνες αλλά μόνο ανθρώποι -λες και το ‘να εμπόδιζε το άλλο (οι απάνθρωποι)- και πως είναι απαράδεκτος δογματισμός να πιστεύουμε σε έναν αληθινό Θεό-υπάρχουν τόσοι, και δω έχουμε δημοκρατία, μας είπαν. ΄Ηρθαν οι λογιστές τους να καταγράψουν το χρέος μας, μας είπαν πως δεν ‘φταναν να δουλεύουν δέκα γενιές και πως μας συνέφερε να γίνουμε σκλάβοι. Αυτοί που ψηφίσαμε… ούτε κι αυτοί ήταν Έλληνες (αργά το καταλάβαμε Ελλάδα), δεν πίστευαν παρά μόνο στον Παρά και στο Μεγάλο Αδερφό που ‘γρήγορα θα ‘ρχόταν για να μας απαλλάξει (‘λέγαν) από τη κακό και τη μιζέρια’. Και τα παιδιά; Ε, τόσο καιρό πεινάνε και πεθαίνουν παιδιά, αν ήταν ως τώρα μακριά και δε μας κακοφαινόταν, ε, τώρα τι να κάνουμε….



Σωπαίναν οι γυναίκες, άλλες μάνες παλιάς κοπής μαυροφορούσες θυμίζοντας, και οι άντρες που ‘χαν μείνει θυμήθηκαν τον μεγάλο ποιητή που μιλούσε για τα σταυρουδάκια του ήλιου στα γυμνά στήθη των παλικαριών και κατείχαν πως όπου να ’ναι όλη τους η ζωή θα ξεσκέπαζε το σκοτεινό της μυστήριο και ‘τοίμαζαν με δέος τις καρδιές τους για να μη φερθούν σαν ακατάδεχτες του θανάτου...
Αλλά…δεν ήταν μόνο για τούτα έλληνες (ή ‘ανθρώποι’, σιγα τώρα μη μαλώσουμε για την τιμή), αλλά γιατί την κάθε μέρα την πέρναγαν γελώντας όπως πάντα, αν και ξέροντας…

Και παραξενεύονταν αλλόκοτα οι Άλλοι που δεν τρομάζαν, το λόγο μη καλά γνωρίζοντας. Μα κείνοι παραξενεύονταν μαζί τους, καθώς θυμόντουσαν καμιά φορά τα λόγια της μάνας τους: ‘Τούτοι οι ‘μαύροι’ τι ψυχή θα παραδώσουν;’

14 Νοε 2011

Γιώργος Π.Δρυμωνιάτης- Συμποίηση

…κι όταν μετά μόνος βολόδερνα πάλι στο χάος μου,
άκουγα τα πουλιά της Άνοιξης που ερχόντουσαν
και φώναζαν τιτιβι τη λέξη "αγάπη"
... στις κορυφές των κυπαρισσιών,
στον τρούλο της εκκλησίας,
στα χαρακώματα
κι ένοιωθα πως πιο πολύ μέσα μου μεγάλωνε
το κενό που σε περίμενε.
Εν απουσία σου αναμηνούσα αναμνήσεις χαράς
στο εντός μου.

Επαναθύμησες του ωραίου καιρού
προς χάριν της χαράς μου.....

….καθώς εισχώρησα τότε
στο πίσω των ματιών σου
το άπλετο φως.
ω, ναι....το είχα διαβάσει καθαρότατα
στον πίνακα των νομιζομένων.
Ναι, ναι...
εκείνο το πρόσκαιρο « Σ’αγαπώ»!
Τι μελωδία!!!
Τι αρμονία!!!
Τι αταξία χαράς!!!
Και το ύστερα !!
Ω, τι υπέροχο το υπεροπτικό ύστερα!!!
Κύμα ποθητού πάθους
Σύνταξη
αγαπημένων ματιών
Σύμπραξη
σωμάτων ελκομένων υπό έρωτος
Συνήχηση
δυο συντονισμένων καρδιών.
Κι αγαλλίαση
πνεύματος ως πέρα....πέρα....πέρα...
ως τ' άγνωστο πέρα....

Συμποίηση ερωτευμένων ψυχών.
Το μελωδέστερο των ποιημάτων του σύμπαντος.
Ημιτελές πάντα.
Το αναθυμήθηκα και μου έλειψε σήμερα πάλι…….

γ.π.κ-δρ.
Από τα ΕΡΩΤΑΡΩΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΔΑΚΡΥΩΝ

13 Νοε 2011

Maria Margariti

αφου εκαψε τη Ρωμη
πηρε το κλειδι της πολης
που χε γινει καρβουνο
και σκιτσαρε μια πυλη
τη νεα πυλη
... Δεν ηταν κακος
δεν ηταν τρελος
ηταν αναμορφωτης
Ο Νέρων δεν ηταν
ο αυτοκρατωρ των νερών
ουτε πυρομανης όπως ακουγεται
τουτα είναι φημες ανυποστατες
ηταν μεγαλος ζωγραφος
του αρεσε ο συμβολισμος
να καιει το στηθος,
να καιει την καρδια
τα χερια και την πολη
το καρβουνο ηταν απλως η πρωτη υλη.
Η πρωτη υλη
για τα σχέδια του
μητροκτόνου Νέρωνα.

Ορφέας Ομπράνοβιτς - Αριθμητικός χειμώνας

Γερνάω, Αγαπημένη μου – γκριζάρουνε τα όνειρα μου

Είδα τους πρωτομάστορες της γενιάς μου να θάβονται κάτω από τόνους συνθημάτων
Στους πύργους της Βαβέλ που σήκωσαν
για να φτάσουν τάχα το ανέφικτο
ήρθαν να κάμουν τώρα κατοχή
κοράκια κι εργολάβοι
Οι φίλοι μου όλοι λογικεύτηκαν,
συμμάζεψαν τα σκηνικά των οραμάτων
ξεβίδωσαν τ αστέρια τους
πακετάρισαν τους ουρανούς και διασκορπίστηκαν στα εξοχικά,
μιλώντας ο καθένας τους μιαν άλλη γλώσσα…

Παγώνω, Ερωμένη μου – πιάνουνε χιόνι οι λέξεις μου

Μαθαίνω πλέον να μετρώ.
Να επιχειρώ συμψηφισμούς.
Να συνυπολογίζω τους παράγοντες, τους παρονομαστές, τους διαιρέτες,
Να φτιάχνω αριθμητήρια με έρωτες, στερεογράμματα του Πόθου,
να συντάσσω αναφορές των αναμνήσεων – να βάνω στη σειρά τις συνιστώσες

Και αριθμό τον αριθμό, να αργοπεθαίνω…

τρομεροί καιροί

Καρατομημένη ανάγκη
πονάει ο καιρός
σα ρημάζει με υπομονή
τα σώματά μας η αγκύλη.
'Φίμωτρο στα σκυλιά'
ουρλιάζει ο χοϊκός
των δαιμόνων τα τέρατα συναντώντας.
Μα είναι οι ουρανοί
νομίζω εντεταλμένοι
να συνάξουν τον καρπό
και θέλουν σφυρήλατη την ψυχή μας
απ' του κακού το καλέμι.
Όρνια που σάπισαν
στον ίσκιο του κάτω κόσμου
λέκιασαν το ξημέρωμα
και η βουλή των ανθρώπων
ιδιωτεύει στα χώματα
ελπίζοντας να δώσει ο Θεός ανασαμό
στο στάχυ και στο πέλαγος.

Toxic - Britney Spears - string quartet version - Quartetto Archimia - Quartetto d'archi.

11 Νοε 2011

Δε θέλω να βγω- Angela Georgota

Δεν θέλω να βγω από το σπίτι
Κόλλησα στον καναπέ
Με τα πόδια αγκαλιά ,
Έμβρυο πάλι
Με τα μάτια ανοιχτά.
... Δεν θέλω να βγω.
Έξω είναι άγριοι καιροί,
Μια χελώνα
Δίχως καβούκι
Στο μπαλκόνι στέκεται
Και επίμονα με κοιτά.
Ο ταχυδρόμος χτυπά το κουδούνι
Γράμματα φέρνει
Από τελειωμένες αγάπες.
Η πόρτα τρίζει
Είναι πάλι ο ίδιος ο ίσκιος,
Από τη μέρα της γέννησης μου με ψάχνει
Δεν θέλω να βγω.
Εσύ λείπεις.
Σε εξουσιάζει μια νέα θεωρία
Κάτι μου είπες
Για γραμμάτια ανεξόφλητα και τοκοχρεολύσια
Δεν θέλω να βγω
Ο κόσμος δεν με ξέρει,
Κανείς δεν μου γελά
Μόνο με χτυπάνε φιλικά στην πλάτη
Δεν θέλω να βγω.
Και ας ξημέρωσε πάλι
Στην άδεια την πόλη με τις μακιγιαρισμένες ενοχές
Και τις πουδραρισμένες αλήθειες
Τι να βγω να κάνω;
Δεν θέλω να βγω
να σε δω
Να με βλέπεις σαν ξένη
Με ένα χαμόγελο άδειο,
τα μάτια σκοτεινά και βουβά
Και τα χείλη νεκρά μετά από τόσες δόσεις αγάπης.
Δεν θέλω να βγω
Πού να πάω;

Μήπως με ξέρετε;

Πήγα στην κουζίνα αμήχανος όπως πάντα απέναντι στα γεροντάκια
άπλωσαν μόνα τους τα χέρια μου σε μια εναγώνια ερώτηση
εκείνη ανταποκρίθηκε με τράβηξε και με φίλησε,
η μάνα έχει από καιρό ξεχάσει όλόκληρο το παιγνίδι της αξιοπρέπειας
όπως τουλάχιστον θαρρούν οι άνθρωποι, παραπατάει και ξεχνάει,
αλλά βρίσκει πάντα το κουράγιο ν' αγαπά
κι αυτό θα την κάνει αθάνατη,
ο γέρος έστιβε πορτοκάλια, θές; με ρώτησε
περιμένοντας να του πω όχι, ναί, έγνεψα
κι έπειτα σκέφτηκα πως αν μπορεί κι υποκρίνεται τόσο επιτυχημένα
θα του βγάλω το καπέλο πριν τον σκοτώσω.
Γύρισα απ΄την άλλη, το ρολόι χτυπούσε τρις και μια παλιά αγαπημένη
με ρώτησε: κατά τ' άλλα; ποιά άλλα; αποκρίθηκα
βλέπετε είχα κι αυτό το συνήθειο ν' απαντάω σοβαρά στις τυπικές ερωτήσεις
όπως τι κάνεις; χάλια, και να γελάω με τον εαυτό μου
φόρα παρτίδα μπρος στους άλλους χωρίς να με παρεξηγώ.
Είχανε βλέπεις τελειώσει τα τρένα κι έπρεπε κάποιος
να σώσει αυτό τον μικρό μίσχο της μοσχομολόχας απ' την κατστροφή.
Ετσι έγειρα αλλόκοτος το βράδυ σ' ένα ξέφρενο ποδοβολητό αλόγων
που περνούσε απ' το παράθυρό μου.
Κοίτα να δείς! σκέφτηκα μ' επισκέπτονται ακόμη οι ήχοι των παιδικών διηγημάτων
Δεν ήθελα πολύ, κοιμήθηκα αγκαλιά με τη τύψη.