13 Νοε 2011

Maria Margariti

αφου εκαψε τη Ρωμη
πηρε το κλειδι της πολης
που χε γινει καρβουνο
και σκιτσαρε μια πυλη
τη νεα πυλη
... Δεν ηταν κακος
δεν ηταν τρελος
ηταν αναμορφωτης
Ο Νέρων δεν ηταν
ο αυτοκρατωρ των νερών
ουτε πυρομανης όπως ακουγεται
τουτα είναι φημες ανυποστατες
ηταν μεγαλος ζωγραφος
του αρεσε ο συμβολισμος
να καιει το στηθος,
να καιει την καρδια
τα χερια και την πολη
το καρβουνο ηταν απλως η πρωτη υλη.
Η πρωτη υλη
για τα σχέδια του
μητροκτόνου Νέρωνα.

Ορφέας Ομπράνοβιτς - Αριθμητικός χειμώνας

Γερνάω, Αγαπημένη μου – γκριζάρουνε τα όνειρα μου

Είδα τους πρωτομάστορες της γενιάς μου να θάβονται κάτω από τόνους συνθημάτων
Στους πύργους της Βαβέλ που σήκωσαν
για να φτάσουν τάχα το ανέφικτο
ήρθαν να κάμουν τώρα κατοχή
κοράκια κι εργολάβοι
Οι φίλοι μου όλοι λογικεύτηκαν,
συμμάζεψαν τα σκηνικά των οραμάτων
ξεβίδωσαν τ αστέρια τους
πακετάρισαν τους ουρανούς και διασκορπίστηκαν στα εξοχικά,
μιλώντας ο καθένας τους μιαν άλλη γλώσσα…

Παγώνω, Ερωμένη μου – πιάνουνε χιόνι οι λέξεις μου

Μαθαίνω πλέον να μετρώ.
Να επιχειρώ συμψηφισμούς.
Να συνυπολογίζω τους παράγοντες, τους παρονομαστές, τους διαιρέτες,
Να φτιάχνω αριθμητήρια με έρωτες, στερεογράμματα του Πόθου,
να συντάσσω αναφορές των αναμνήσεων – να βάνω στη σειρά τις συνιστώσες

Και αριθμό τον αριθμό, να αργοπεθαίνω…

τρομεροί καιροί

Καρατομημένη ανάγκη
πονάει ο καιρός
σα ρημάζει με υπομονή
τα σώματά μας η αγκύλη.
'Φίμωτρο στα σκυλιά'
ουρλιάζει ο χοϊκός
των δαιμόνων τα τέρατα συναντώντας.
Μα είναι οι ουρανοί
νομίζω εντεταλμένοι
να συνάξουν τον καρπό
και θέλουν σφυρήλατη την ψυχή μας
απ' του κακού το καλέμι.
Όρνια που σάπισαν
στον ίσκιο του κάτω κόσμου
λέκιασαν το ξημέρωμα
και η βουλή των ανθρώπων
ιδιωτεύει στα χώματα
ελπίζοντας να δώσει ο Θεός ανασαμό
στο στάχυ και στο πέλαγος.

Toxic - Britney Spears - string quartet version - Quartetto Archimia - Quartetto d'archi.

11 Νοε 2011

Δε θέλω να βγω- Angela Georgota

Δεν θέλω να βγω από το σπίτι
Κόλλησα στον καναπέ
Με τα πόδια αγκαλιά ,
Έμβρυο πάλι
Με τα μάτια ανοιχτά.
... Δεν θέλω να βγω.
Έξω είναι άγριοι καιροί,
Μια χελώνα
Δίχως καβούκι
Στο μπαλκόνι στέκεται
Και επίμονα με κοιτά.
Ο ταχυδρόμος χτυπά το κουδούνι
Γράμματα φέρνει
Από τελειωμένες αγάπες.
Η πόρτα τρίζει
Είναι πάλι ο ίδιος ο ίσκιος,
Από τη μέρα της γέννησης μου με ψάχνει
Δεν θέλω να βγω.
Εσύ λείπεις.
Σε εξουσιάζει μια νέα θεωρία
Κάτι μου είπες
Για γραμμάτια ανεξόφλητα και τοκοχρεολύσια
Δεν θέλω να βγω
Ο κόσμος δεν με ξέρει,
Κανείς δεν μου γελά
Μόνο με χτυπάνε φιλικά στην πλάτη
Δεν θέλω να βγω.
Και ας ξημέρωσε πάλι
Στην άδεια την πόλη με τις μακιγιαρισμένες ενοχές
Και τις πουδραρισμένες αλήθειες
Τι να βγω να κάνω;
Δεν θέλω να βγω
να σε δω
Να με βλέπεις σαν ξένη
Με ένα χαμόγελο άδειο,
τα μάτια σκοτεινά και βουβά
Και τα χείλη νεκρά μετά από τόσες δόσεις αγάπης.
Δεν θέλω να βγω
Πού να πάω;

Μήπως με ξέρετε;

Πήγα στην κουζίνα αμήχανος όπως πάντα απέναντι στα γεροντάκια
άπλωσαν μόνα τους τα χέρια μου σε μια εναγώνια ερώτηση
εκείνη ανταποκρίθηκε με τράβηξε και με φίλησε,
η μάνα έχει από καιρό ξεχάσει όλόκληρο το παιγνίδι της αξιοπρέπειας
όπως τουλάχιστον θαρρούν οι άνθρωποι, παραπατάει και ξεχνάει,
αλλά βρίσκει πάντα το κουράγιο ν' αγαπά
κι αυτό θα την κάνει αθάνατη,
ο γέρος έστιβε πορτοκάλια, θές; με ρώτησε
περιμένοντας να του πω όχι, ναί, έγνεψα
κι έπειτα σκέφτηκα πως αν μπορεί κι υποκρίνεται τόσο επιτυχημένα
θα του βγάλω το καπέλο πριν τον σκοτώσω.
Γύρισα απ΄την άλλη, το ρολόι χτυπούσε τρις και μια παλιά αγαπημένη
με ρώτησε: κατά τ' άλλα; ποιά άλλα; αποκρίθηκα
βλέπετε είχα κι αυτό το συνήθειο ν' απαντάω σοβαρά στις τυπικές ερωτήσεις
όπως τι κάνεις; χάλια, και να γελάω με τον εαυτό μου
φόρα παρτίδα μπρος στους άλλους χωρίς να με παρεξηγώ.
Είχανε βλέπεις τελειώσει τα τρένα κι έπρεπε κάποιος
να σώσει αυτό τον μικρό μίσχο της μοσχομολόχας απ' την κατστροφή.
Ετσι έγειρα αλλόκοτος το βράδυ σ' ένα ξέφρενο ποδοβολητό αλόγων
που περνούσε απ' το παράθυρό μου.
Κοίτα να δείς! σκέφτηκα μ' επισκέπτονται ακόμη οι ήχοι των παιδικών διηγημάτων
Δεν ήθελα πολύ, κοιμήθηκα αγκαλιά με τη τύψη.

9 Νοε 2011

Τα σημεία των καιρών και ο 'τρελλός'

Μόνος να θρηνώ το Μεγάλο Κακό
μόνος να ξέρω - είναι φοβερό.
Οι άνθρωποί μας χάνονται
τέρατα ανθρωποειδή σωσίες
παίρνουν την θέση τους.
Ορίστε σας το λέω, τι θα κάνετε;
Θα με γιουχάρετε σα τρελλό;
Ας πάρετε πέτρες και να με λιθοβολήσετε.
Εγώ θα το φωνάζω στα κουφά αυτιά σας
θα το υποδεικνύω στα τυφλά μάτια σας.
Θα δέχομαι να με φωνάζετε τρελλό.
Είμαι τρελλός- Θε μου κι αν ήμουν, τι ευτυχία!

3 Νοε 2011

ένα ποίημα για τους απελπισμένους

Μικρές εκτινάξεις ευτυχίας σα σπέρμα από τους αγωγούς του σύμπαντος ή σα χάδι από το Θεό-και τι να πεις;
Μικρές υπενθυμίσεις- μετά από την συσσώρευση ακροτελεύτιου πόνου μοιάζει τελείως ανάρμοστο στο εξεγερμένο πνεύμα μια τοιαύτη χάρη…
Και μια κίνηση μεγαλοθυμίας ενάντια στο δίκαιο,( χα χα!), πράγμα τρομερό για τους αναμένοντες την θεία εκδίκαση των υποθέσεών τους…
Αλλά δε φταίω ‘γω που ανθίζουν κάθε χρονιά τα γιασεμιά πάνω στο βρώμικο αυτό πλανήτη, όπως τα χαμόγελα στις ψυχές των καταδίκων σα σκέφτονται τη χάρη που τους δόθηκε την τελευταία στιγμή- κι είναι ‘για πάντα’ ( παράξενο πράγμα να σου χαρίζεται η ζωή δια παντός).
Και συ που έπαψες πια να μ’ ενοχλείς τα βράδια- από τότε που σε είδα ζωντανή έφυγες από τα όνειρά μου, αφήνοντας εκείνο το τεράστιο κενό που είχα και πριν έρθεις…
Πως αναμιγνύονται μέσα μου όλες οι αισθήσεις, πως χαίρομαι και λυπάμαι με τον ίδιο σιωπηλό σπασμό- πως λατρεύω τούτη τη καινούρια μέρα (που μου χάρισες Θεέ μου!. Μαζί με τα τραγούδια είναι πάρα πολλά για μια ψυχή που σε ξέχασε…).
Ας είναι, ας είναι τούτο ένα ποίημα για τους απελπισμένους…

15 Οκτ 2011

μνήμη βρυκόλακας

Σουλατσάρει το ψάρι στο βυθό
κι η ακριβή θωριά σου στ' όνειρο.
Είμαι γεμάτος τρύπες
χώνω τα δάχτυλά μου δε πονώ
βγάζω κάτι σα πύο- θα φταίει η πανσέληνος.
Είμαι άδειος κατρακυλάω στο χώμα
σα τσουβάλι σα περιπέτεια.
Είμαι κενός οδηγός τυφλών
ο μέγας τυφλοπόντικας
έχασα τα μάτια μου και το μυαλό μου.
Πισθάγκωνα δεμένος
ανταλάσσω χειραψίες
κι έχω ένα σουγιά στην παλάμη
που τρυπάει τα χέρια τους.
Μελοδραματικά υφίσταμαι το τέλος
πριν καν υπάρξω πριν κλάψω.
Χώθηκα στη γη για να τη συνηθίσω
πανάξιο πτώμα με τη χειρονομία της φυγής
κι ήρθες εσύ σαμποτερ του θανάτου μου
με μνημες που αγκυλώνουν και με κόβουν
με ξέθωρα μάτια ικετευτικά
με την άδικη προσμονή
με τα βάραθρα.
Θάρχεσαι να μου επιστρέψεις το εγκλημά μου-το δίχως άλλο.
Μα να ξέρεις: εμένα σκότωσα.
Κι ο πόνος ξέσκισε τα σώματα
πέρασε αντίπερα
άλαλα στόματα αφήνοντας πίσω
μια οπτασία που μεγαλώνει σε ηλικία με το χρόνο
γιατί εσύ είσαι πάντα ίδια
εκείνον τον καιρό
στο σταματημένο μυαλό μου
με τα άναρθρα επιφωνήματα
και την τόση πίστη.
Όλο τον σπαταλημένο καιρό μάτια μου
προσέχω πολύ στα όνειρά μου
να μη σ΄αγγίξω ακριβή μου
να μη χαλάσω τον ιστό σου
παγίδα μου.
Αν ένα εντομάκι είμαι
και μ'έχεις καταπιεί
εγώ το θέλησα.
Είμαι γεμάτος τρύπες
και σ' αγαπώ-
το ξέρω: άδικα.